Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψιλοκιθαριστής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ψῑλοκῐθᾰριστής Medium diacritics: ψιλοκιθαριστής Low diacritics: ψιλοκιθαριστής Capitals: ΨΙΛΟΚΙΘΑΡΙΣΤΗΣ
Transliteration A: psilokitharistḗs Transliteration B: psilokitharistēs Transliteration C: psilokitharistis Beta Code: yilokiqaristh/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A = ψιλὸς κιθαριστής (which is found in Philoch.66 (pl.)), one who plays the κιθάρα without singing to it, instrumental performer, Chares 4J., cf. Ath.10.452f, Suet.Dom.4; also ψῑλο-κῐθᾰρεύς, έως, ὁ, CIG2759 (Aphrodisias):—and ψῑλο-κῐθᾰριστική (sc. τέχνη) ἡ, = ψιλὴ κιθάρισις, Philoch. l. c.:—cf. ψιλός IV.3.

German (Pape)

[Seite 1399] ὁ, auch ψιλὸς κιθαριστής, der bloß die Cither schlägt, ohne dazu zu singen, Chares bei Ath. XII, 539.

Greek (Liddell-Scott)

ψῑλοκῐθᾰριστής: -οῦ, ὁ, = ψιλὸς κιθαριστής, (περὶ οὗ ἴδε Ἀθήν. 638Α), ὁ παίζων τὴν κιθάραν χωρὶς νὰ ᾄδῃ πρὸς αὐτήν, Χάρης παρ’ Ἀθην. 538Ε· ὡσαύτως -κιθαρεύς. Συλλ. Ἐπιγρ. 2759 ― καὶ ψῐλοκῐθᾰριστικὴ (ἐξυπακ. τέχνη), ἡ, ψιλὴ κιθάρισις, Φιλόχορος παρ’ Ἀθην. 637F, (Ἀποσπ. 66)· ― πρβλ. ψιλὸς IV. 3.

Greek Monolingual

ὁ, Α
κιθαριστής που παίζει μόνον κιθάρα, χωρίς να τραγουδά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + κιθαριστής.

Russian (Dvoretsky)

ψῑλοκιθαριστής: οῦ ὁ кифарист, играющий без вокального сопровождения Suet.