ωμότητα

From LSJ

πεσούσης νυκτός, πάσα γυνὴ Λαΐς εστί → at nightfall, every woman is a Laïs | all cats are gray at night | all cats are gray by night | all cats are gray in the dark | all cats are grey at night | all cats are grey by night | all cats are grey in the dark | all women look the same with the lights off | when lights are out all women look the same

Source

Greek Monolingual

η / ὠμότης, -ητος, ΝΜΑ ὠμός
1. η ιδιότητα ή η κατάσταση του ωμού
2. μτφ. αγριότητα, σκληρότητα, απανθρωπιά (α. «φέρθηκε με ωμότητα» β. «τοσαύτην...ὠμότητα καὶ πικρίαν ἀπεδείξατο»
Πλούτ.)
νεοελλ.
σκληρή και απάνθρωπη πράξη («οι ωμότητες του πολέμου»)
μσν.-αρχ.
απεψία, δυσπεψία.