надлежащим образом
From LSJ
τοῖσι ἐμφανέσι τὰ μὴ γινωσκόμενα τεκμαιρόμενος → judge of the unknown by the known
Russian > Greek
τελείως, τελέως, ἐγκατασκεύως, καθηκόντως, ἐπιτηδείως, ἐπιτηδέως, ἱκνευμένως, ἐπιτηδές, ἐπίτηδες, ἐπίταδες, πρόσφορα, δεόντως, ἡρμοσμένως, προσηκόντως, προσφυῶς, προσφυέως, τεταγμένως, ἁρμοδίως, συναρμοττόντως, διδασκαλικῶς, ἐμμέτρως, ἐμμελῶς, ἐμμελέως