Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποτριβή

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀποτρῐβή Medium diacritics: ἀποτριβή Low diacritics: αποτριβή Capitals: ΑΠΟΤΡΙΒΗ
Transliteration A: apotribḗ Transliteration B: apotribē Transliteration C: apotrivi Beta Code: a)potribh/

English (LSJ)

ἡ,

   A rubbing away, wearing out, depreciation, τῶν σκευῶν D.50.28; damage, ὥστε μηδεμίαν ἀ. τῷ δημοσίῳ συμβῆναι, = ne quid detrimenti res publica caperet, D.C.37.31.

German (Pape)

[Seite 332] ἡ, das Abreiben, Abnutzen, σκευῶν Dem. 50, 28; καὶ περιολίσθησις γεωδῶν Plut. Cam. 26; detrimentum, Dio Cass. 37, 31.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποτρῐβή: ἡ, τὸ ἀποτρίβεσθαι, ἡ ἐκ πολλῆς χρήσεως γινομένη ἀποτριβὴ πράγματος ἢ σκεύους τινός, κοινῶς «φάγωμα» ὡς τὸ Λατ. trimentum, περὶ δ’ ἀποτριβῆς τῶν σκευῶν Δημ. 1215. 22: βλάβη, Δίων Κ. 37. 31.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ
1 uso, desgaste, deterioro τῶν σκευῶν D.50.28, πόας Plu.2.325b.
2 daño ὥστε μηδεμίαν ἀποτριβὴν τῷ δημοσίῳ συμβῆναι D.C.37.31.2.

Greek Monolingual

η (Α ἀποτριβή)
η φθορά ενός πράγματος εξαιτίας της συνεχούς χρήσης
αρχ.
βλάβη, ζημιά.

Russian (Dvoretsky)

ἀποτρῐβή: ἡ изнашивание, износ (τῶν σκευῶν Dem.).

English (Woodhouse)

ἀποτριβή = wear and tear

⇢ Look up "ἀποτριβή" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)