Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζημιά

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και ζημία και εζημία, η (AM ζημία, Μ και εζημία
Α και δωρ. τ. ζαμία)
1. απώλεια, βλάβη, φθορά, καταστροφή
(«οι ζημιές από την πλημμύρα ήταν πολύ μεγάλες»)
2. τιμωρία, ποινή («ἀγνοοῡσι γἀρ ζημίαν ἀδικίας», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. απώλεια αξίας χωρίς αντιστάθμισμα («η επιχείρηση άφησε μεγάλες ζημιές»)
2. φρ. «έρχομαι σε ζημία» — με βρίσκει συμφορά
μσν.
1. αναποδιά
2. φρ. «δίδω ζημίαν» ή «πολεμῶ ζημίαν» ή «γυρίζω ζημίαν» — κάνω κακό, κάνω ζημιά σε κάποιον, βλάπτω, καταστρέφω
μσν.-αρχ.
χρηματική ποινή, πρόστιμο
αρχ.
1. (ως υβριστική λέξη) άνθρωπος μηδαμινός
2. έξοδο, δαπάνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως η λ. συνδέεται με τα ζήλος, ζητώ, δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»].