Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰξευτικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἰξευτικός Medium diacritics: ἰξευτικός Low diacritics: ιξευτικός Capitals: ΙΞΕΥΤΙΚΟΣ
Transliteration A: ixeutikós Transliteration B: ixeutikos Transliteration C: ikseftikos Beta Code: i)ceutiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of an ἰξευτής, Artem.2.19; τὰ Ἰ., title of lost poem by Opp.: ἡ -κή (sc. τέχνη) Poll.7.139.

German (Pape)

[Seite 1255] dasselbe; κάλαμοι, Leimruthen, Artemid. 2, 19; ἡ ἰξευτική, die Kunst des Vogelsangs, Poll. 7, 139; τὰ ἰξ., Buch des Oppian. darüber.

Greek (Liddell-Scott)

ἰξευτικός: -ή, -όν, = ἰξευτήριος, Ἀρτεμίδ. 2. 19· - τὰ ἰξευτικά, ποίημά τι τοῦ Ὀππιανοῦ: ἰξευτικὴ (ἐξυπ. τέχνη) Πολυδ. Ζ΄, 139.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ιξευτικός, -ή, -όν) ιξευτής
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή προσιδιάζει στον ιξευτή
2. το θηλ. ως ουσ. η ιξευτική
η τέχνη να πιάνει κάποιος πουλιά με ιξόβεργες
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ Ἰξευτικα
τίτλος ποιήματος του Οππιανού.