Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμαδεύω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὁμᾰδεύω Medium diacritics: ὁμαδεύω Low diacritics: ομαδεύω Capitals: ΟΜΑΔΕΥΩ
Transliteration A: homadeúō Transliteration B: homadeuō Transliteration C: omadeyo Beta Code: o(madeu/w

English (LSJ)

(ὅμαδος)

   A collect, Hsch., Suid.

German (Pape)

[Seite 328] versammeln, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμᾰδεύω: (ὅμαδος) ἀθροίζω, κοινῶς μαζεύω, Ἡσύχ.· σωρεύω, «ὡμάδευσεν, ἐσώρευσεν» Σουΐδ. ― Ἴδε Κόντου Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 158.

Greek Monolingual

ὁμαδεύω (Α) όμαδος
(κατά τον Ησύχ. και κατά το λεξ. Σούδ.) αθροίζω, σωρεύω.