Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠρίζω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὠρίζω Medium diacritics: ὠρίζω Low diacritics: ωρίζω Capitals: ΩΡΙΖΩ
Transliteration A: ōrízō Transliteration B: ōrizō Transliteration C: orizo Beta Code: w)ri/zw

English (LSJ)

3sg. ὠρίζει· ὑπνοῖ, ὁμιλεῖ, φροντίζει, μεριμνᾷ, ἀδολεσχεῖ, Hsch. (i. e. partly ὡρίζει fr.

   A ὧρος 1, partly ὠρ- = ὀαρ-, and partly ὠρίζει fr. ὤρα).

Greek (Liddell-Scott)

ὠρίζω: ὠρεύω, «ὠρίζει· ὑπνοῖ, φροντίζει, μεριμνᾶ, ὁμιλεῖ, ἀδολεσχεῖ» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

Α
(κατά τον Ησύχ.) (στο γ' εν. πρόσ.) ὠρίζει
«ὑπνοῑ, ὁμιλεῑ, φροντίζει, μεριμνᾷ, ἀδολεσχεῑ».
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὦρος «ύπνος». Το ερμήνευμα ωστόσο του τ. που παραδίδει ο Ησύχιος «ομιλώ, φροντίζω» δείχνει σύγχυση του τ. με το ρ. ὀαρίζω «γλυκομιλώ» και τα παράγωγα της λ. ὤρα «φροντίδα»].

Russian (Dvoretsky)

ὠρίζω: [стяж. к ὀαρίζω вступать в связь HH.