Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ᾠώδης

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ᾠώδης Medium diacritics: ᾠώδης Low diacritics: ωώδης Capitals: ΩΩΔΗΣ
Transliteration A: ōiṓdēs Transliteration B: ōōdēs Transliteration C: oodis Beta Code: w)|w/dhs

English (LSJ)

ες,

   A egg-like, ὑγρότης Arist.HA565a23; σκώληξ Id.GA 733b13: oval, φιάλιον ὠιῶ[δες] IG22.1534.46 (iv B.C.).

Greek (Liddell-Scott)

ᾠώδης: -ες, γεν. εος, συνῃρ. ἀντὶ ᾠοειδής· ὑγρότης Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 10, 9· σκώληξ ὁ αὐτ. π. Ζ. Γεν. 2. 1, 25.

Greek Monolingual

-ες / ᾠώδης, -ῶδες, ΝΜΑ
1. αυτός που έχει σχήμα αβγού
2. αυτός που έχει σύσταση κολλώδη σαν του αβγού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ᾠόν «αβγό» + -ώδης].

Russian (Dvoretsky)

ᾠώδης:
1) яйцевидный (σκώληξ Arst.);
2) яичный (ὑγρότης Arst.)