Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥιγώδης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ῥιγώδης Medium diacritics: ῥιγώδης Low diacritics: ριγώδης Capitals: ΡΙΓΩΔΗΣ
Transliteration A: rhigṓdēs Transliteration B: rhigōdēs Transliteration C: rigodis Beta Code: r(igw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A provocative of shivering, Hp.Coac.609, Gal.19.146.

Greek (Liddell-Scott)

ῥῑγώδης: -ες, παγετώδης, «κρύος», συνοδευόμενος μὲ ῥῖγος, Ἱππ. Κωακ. Προγν. 219, Γαλην.

Greek Monolingual

-ῶδες, Α ῥῑγος
1. αυτός που συνοδεύεται από ρίγος
2. αυτός που προκαλεί ρίγος.