καλοζώ

From LSJ

οὕτως εἴη ἡμίν ὁ Θεός βοηθός καὶ τὸ ἱερὸν Αὐτοῦ Εὐαγγέλιον ὧδε ἐμφανισθέντα-ὁρκισθέντα → so help us God and Ηis holy Gospel the things here declared and sworn

Source

Greek Monolingual

1. ζω με ευμάρεια και ευτυχία, χωρίς στερήσεις, καλοπερνώ
2. παρέχω σε κάποιον ευμάρεια, του διαθέτω άφθονα τα προς το ζην, συντηρώ, διατρέφω κάποιον πλουσιοπάροχα («αυτόν τον γέρο τον καλοζούν τα παιδιά του»).