Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συντηρώ

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

(I)
-άω, Ν
παρατηρώ με προσοχή, παρακολουθώ («στα δάση που προπάτειενε συντήραν' ένα-ένα», Ερωτόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + τηρώ «βλέπω»].
(II)
συντηρῶ, -έω, ΝΜΑ
διατηρώ, διαφυλάσσω, προφυλάσσω (α. «χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να τά συντηρήσεις» β. «ἑαυτὸν ἀδωροδόκητον συντηρεῑν», Αριστε.)
νεοελλ.
1. διατηρώ κάτι αναλλοίωτο
2. συνεκδ. παρέχω σε κάποιον τα αναγκαία για να ζήσει, διατρέφωμέχρι τώρα τον συντηρεί ο πατέρας του»)
3. φρ. «συντηρούμενα κύματα» — ηλεκτρομαγνητικά κύματα που ακτινοβολούνται από κεραία στην οποία οι ταλαντώσεις διατηρούν σταθερό πλάτος χάρη στην κυκλοφορία εναλασσόμενου ρεύματος υψηλής συχνότητας και σταθερού πλάτους
αρχ.
1. συγκρατώ στο μυαλό μου («ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῡτα», ΚΔ)
2. διατηρώ μαζί
3. προστατεύω
4. παρατηρώ με προσοχή
5. καιροφυλακτώ, παραφυλάγω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + τηρῶ «φροντίζω, φυλάσσω»].