μνησάσκετο

From LSJ

Μετὰ τὴν δόσιν τάχιστα γηράσκει χάρις → Post munera cito consenescit gratia → Gleich nach der Gabe altert äußerst schnell der Dank

Menander, Monostichoi, 347

French (Bailly abrégé)

3ᵉ sg. ao. Moy. itér. de μνάομαι.

English (Autenrieth)

see μιμνήσκω.

Greek Monotonic

μνησάσκετο: Ιων. γʹ ενικ. Μέσ. αορ. αʹ του μιμνήσκω.

Russian (Dvoretsky)

μνησάσκετο: эп. 3 л. sing. aor. iter. к μιμνῄσκω.