περίτηγμα
ὦ ἀδελφέ, τοῦτόν γε μήτε κακῶς ποιοίης μήτε τούτῳ τῷ τρόπῳ βλάπτοις κλέπτων τὰ χρήματα → Brother, you should neither do this man bad nor harm him in this way, i.e. by stealing his money/stuff
English (LSJ)
-ατος, τό, that which is cast off in smelting, dross, scum: metaph., ἰσοτιμίας π. ἡ εὐγένεια Chrysipp.Stoic.3.85.
German (Pape)
[Seite 596] τό, das was beim Schmelzen ringsum abgeht, Schaum, Schlacke, scoria, übertr., Abschaum, Wegwurf; Chrysipp nannte den Adel so, nach Plut. de nobil. 12.
French (Bailly abrégé)
ατος (τό) :
scorie ; matière de rebut, rebut.
Étymologie: περιτήκω.
Russian (Dvoretsky)
περίτηγμα: ατος τό шлак, отходы, отбросы Plut.
Greek (Liddell-Scott)
περίτηγμα: τό, τὸ ἀπορριπτόμενον κατὰ τὴν χώνευσιν μετάλλου, κόνις, ἀκαθαρσία, σκωρία, Λατ. scoria· μεταφορ., ἐπὶ προσώπων, Χρύσιππ. παρὰ Πλουτ. π. Εὐγεν. σ. 950 Wytt.
Greek Monolingual
τὸ, Α περιτήκω
1. οτιδήποτε αποχωρίζεται ως άχρηστο κατά την τήξη, ὁπως η σκόνη, η σκουριά, το κατακάθι
2. μτφ. (για πρόσ.) απόρριμμα, κάθαρμα.