ἐπαγάλλομαι: Difference between revisions

From LSJ

γέλως ἄκαιρος κλαυμάτων παραίτιος → ill-timed laughter causes tears (Menander)

Source
(12)
(4)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἐπαγάλλομαι]] (AM) [[αγάλλομαι]]<br />[[χαίρομαι]] υπερβολικά για [[κάτι]] (α. «μηδ' ἐπαγαλλόμενος πολέμῳ και δηιοτῆτι», <b>Ομ. Ιλ.</b><br />β. «διὸ ἐπαγαλλόμενοι, σέ, Θεοτόκε, μεγαλύνομεν», Μηναία).
|mltxt=[[ἐπαγάλλομαι]] (AM) [[αγάλλομαι]]<br />[[χαίρομαι]] υπερβολικά για [[κάτι]] (α. «μηδ' ἐπαγαλλόμενος πολέμῳ και δηιοτῆτι», <b>Ομ. Ιλ.</b><br />β. «διὸ ἐπαγαλλόμενοι, σέ, Θεοτόκε, μεγαλύνομεν», Μηναία).
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἐπᾰγάλλομαι:''' Παθ., [[καυχιέμαι]], [[χαίρομαι]], θριαμβολογώ για [[κάτι]], με δοτ., σε Ομήρ. Ιλ.· [[ἐπί]] τινι, σε Ξεν.
}}
}}

Revision as of 19:52, 30 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐπᾰγάλλομαι Medium diacritics: ἐπαγάλλομαι Low diacritics: επαγάλλομαι Capitals: ΕΠΑΓΑΛΛΟΜΑΙ
Transliteration A: epagállomai Transliteration B: epagallomai Transliteration C: epagallomai Beta Code: e)paga/llomai

English (LSJ)

Pass.,

   A glory in, exult in, c. dat., πολέμῳ καὶ δηϊοτῆτι Il.16.91, cf. Q.S.7.327, Tryph.671; πόρνῃσ' ἐπαγαλλόμενος πυγῇσιν Crates Theb.4; ἁμίλλῃ Them.Or.11.151c; εἰκόσιν Artem.3.31; ἐπί τινι X.Oec.4.17.

German (Pape)

[Seite 892] stolz auf Etwas sein, womit prunken, πολέμῳ καὶ δηϊοτῆτι Il. 16, 91; χάρμῃ, vor Freude, Phocyl. 110; ἐπί τινι, Xen. Oec. 4, 17.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπᾰγάλλομαι: ἀγάλλομαι, χαίρω ἢ γαυριῶ ἐπί τινι, μετὰ δοτ., ἐπαγαλλόμενος πολέμῳ καὶ δηϊοτῆτι Ἰλ. Π. 9. 1, πρβλ. Κόϊντ. Σμ. 7. 327, Τρυφ. 671· ἐπί τινι Ξεν. Ξεν. Οἰκ. 4. 17.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
se réjouir de, trouver son plaisir dans : τινι, ἐπί τινι qch.
Étymologie: ἐπί, ἀγάλλομαι.

English (Autenrieth)

exult in, Il. 16.91†.

Greek Monolingual

ἐπαγάλλομαι (AM) αγάλλομαι
χαίρομαι υπερβολικά για κάτι (α. «μηδ' ἐπαγαλλόμενος πολέμῳ και δηιοτῆτι», Ομ. Ιλ.
β. «διὸ ἐπαγαλλόμενοι, σέ, Θεοτόκε, μεγαλύνομεν», Μηναία).

Greek Monotonic

ἐπᾰγάλλομαι: Παθ., καυχιέμαι, χαίρομαι, θριαμβολογώ για κάτι, με δοτ., σε Ομήρ. Ιλ.· ἐπί τινι, σε Ξεν.