διασκηνάω: Difference between revisions

From LSJ

Βοηθὸς ἴσθι τοῖς καλῶς εἰργασμένοις → Bonis inceptis addas auxilium tuum → Erweise dich als Helfer dem, was gut getan

Menander, Monostichoi, 73
(1b)
(1a)
Line 10: Line 10:
{{elru
{{elru
|elrutext='''διασκηνάω:''' = [[διασκηνέω]].
|elrutext='''διασκηνάω:''' = [[διασκηνέω]].
}}
{{mdlsj
|mdlsjtxt=or -έω fut. ήσω<br /><b class="num">I.</b> to [[disperse]] and [[retire]] [[each]] to his [[quarters]] (σκηναί), to [[take]] up one's [[quarters]], Xen.<br /><b class="num">II.</b> to [[leave]] a [[comrade]]'s [[tent]], Xen.
}}
}}

Revision as of 20:55, 9 January 2019

Greek (Liddell-Scott)

διασκηνάω: ἢ -έω, πηγνύω σκηνὰς εἰς διάφορα μέρη καὶ κατασκηνῶ, δ. εἰς ἢ κατὰ τόπον Ξεν. Ἀν. 4. 4, 8, καὶ 5, 29· πρβλ. ἑξ. ΙΙ. ἀπέρχομαι ἐκ τῆς σκηνῆς, καταλείπω τὴν σκηνήν, ἀντίθ. συσκηνῶ, ὁ αὐτ. Κύρ. 3. 1, 38, πρβλ. Ἑλλ. 4. 8, 18.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
c. διασκηνέω.

Greek Monotonic

διασκηνάω: ή -έω, μέλ. -ήσω,
I. διασκορπίζομαι ολόγυρα και εγκαθίσταμαι σε σκηνές (σκηναί), κατασκηνώνω, καταλύω, σε Ξεν.
II. αποχωρώ από τη σκηνή του συντρόφου, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

διασκηνάω: = διασκηνέω.

Middle Liddell

or -έω fut. ήσω
I. to disperse and retire each to his quarters (σκηναί), to take up one's quarters, Xen.
II. to leave a comrade's tent, Xen.