βυτίνα: Difference between revisions
Τύχη τέχνην ὤρθωσεν, οὐ τέχνη τύχην → Artem fortuna, non ars fortunam erigit → Das Glück erhöht die Kunst und nicht die Kunst das Glück
(7) |
|||
(One intermediate revision by the same user not shown) | |||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=η (AM [[βυτίνη]])<br />πήλινο [[δοχείο]] για [[νερό]], [[κρασί]] ή [[λάδι]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[ουροδοχείο]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Αβέβαιης ετυμολ. όπως [[είναι]] και πολλές άλλες λέξεις που δηλώνουν δοχεία ( | |mltxt=η (AM [[βυτίνη]])<br />πήλινο [[δοχείο]] για [[νερό]], [[κρασί]] ή [[λάδι]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[ουροδοχείο]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Αβέβαιης ετυμολ. όπως [[είναι]] και πολλές άλλες λέξεις που δηλώνουν δοχεία ([[πρβλ]]. [[αμίς]], [[βούτη]] <b>κ.ά.</b>). Παράλληλα [[προς]] τον τ. [[βυτίνη]] υπάρχει ο τ. [[πυτίνη]] «[[πλεκτή]] [[φιάλη]] με [[επένδυση]] από κλαδιά ή φλοιό λυγαριάς». Δεν [[είναι]] γνωστό [[ποιος]] από τους δύο τύπους [[είναι]] [[προγενέστερος]]. Εάν θεωρηθεί ως [[αρχικός]] ο τ. [[βυτίνη]], [[είναι]] πιθανή η [[σύνδεση]] με τις γλώσσες του Ησυχίου <i>βύττος</i> «γυναικός [[αιδοίον]]», [[βύτανα]] «κόνδυλοι», ενώ με αρχικό τ. [[πυτίνη]] δεν αποκλείεται η [[υπόθεση]] ότι πρόκειται για δάνεια λ., αν και μόνο ο τ. με το ηχηρό -<i>β</i>- απαντά στις ξένες γλώσσες. Το λατ. <i>butina</i> [[είναι]] [[δάνειο]] από την Ελληνική<br />[[πρβλ]]. [[επίσης]] και λατ. <i>buttis</i> «[[βαρέλι]]» > <i>butticula</i>, <i>butticella</i>]. | ||
}} | }} |
Latest revision as of 08:27, 23 August 2021
Greek Monolingual
η (AM βυτίνη)
πήλινο δοχείο για νερό, κρασί ή λάδι
αρχ.
ουροδοχείο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. όπως είναι και πολλές άλλες λέξεις που δηλώνουν δοχεία (πρβλ. αμίς, βούτη κ.ά.). Παράλληλα προς τον τ. βυτίνη υπάρχει ο τ. πυτίνη «πλεκτή φιάλη με επένδυση από κλαδιά ή φλοιό λυγαριάς». Δεν είναι γνωστό ποιος από τους δύο τύπους είναι προγενέστερος. Εάν θεωρηθεί ως αρχικός ο τ. βυτίνη, είναι πιθανή η σύνδεση με τις γλώσσες του Ησυχίου βύττος «γυναικός αιδοίον», βύτανα «κόνδυλοι», ενώ με αρχικό τ. πυτίνη δεν αποκλείεται η υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λ., αν και μόνο ο τ. με το ηχηρό -β- απαντά στις ξένες γλώσσες. Το λατ. butina είναι δάνειο από την Ελληνική
πρβλ. επίσης και λατ. buttis «βαρέλι» > butticula, butticella].