θιός: Difference between revisions

From LSJ

Καὶ τῶν λεγόντων εὖ καλὸν τὸ μανθάνειν → It is a fine thing to learn from those who speak well

Sophocles, Antigone, 722
m (LSJ2 replacement)
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
 
(One intermediate revision by the same user not shown)
Line 9: Line 9:
|Beta Code=qio/s
|Beta Code=qio/s
|Definition=''Boeotian, Cyprian, Cretan'' for [[θεός]].
|Definition=''Boeotian, Cyprian, Cretan'' for [[θεός]].
}}
{{elru
|elrutext='''θιός:''' ὁ беот. = [[θεός]] I.
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 14: Line 17:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=ο (ΑΜ [[θιός]])<br />[[θεός]] (α. «[[θιός]] [[τόνε]] στέλνει», Παπαδ.<br />β. «[[θιός]] σχωρέσ' τον»).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Βοιωτ. και κρητ. τ. του [[θεός]]. Ο νεοελλ. [[θιός]] <span style="color: red;"><</span> [[θεός]] με [[μετατροπή]] του ατόνου [[e]] σε ημίφωνο [[i]] προ φωνήεντος (<b>[[πρβλ]].</b> [[μηλέα]] > <i>μηλεά</i> > [[μηλιά]])].
|mltxt=ο (ΑΜ [[θιός]])<br />[[θεός]] (α. «[[θιός]] [[τόνε]] στέλνει», Παπαδ.<br />β. «[[θιός]] σχωρέσ' τον»).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Βοιωτ. και κρητ. τ. του [[θεός]]. Ο νεοελλ. [[θιός]] <span style="color: red;"><</span> [[θεός]] με [[μετατροπή]] του ατόνου [[e]] σε ημίφωνο [[i]] προ φωνήεντος ([[πρβλ]]. [[μηλέα]] > <i>μηλεά</i> > [[μηλιά]])].
}}
{{elru
|elrutext='''θιός:''' ὁ беот. = [[θεός]] I.
}}
}}

Latest revision as of 13:30, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: θιός Medium diacritics: θιός Low diacritics: θιός Capitals: ΘΙΟΣ
Transliteration A: thiós Transliteration B: thios Transliteration C: thios Beta Code: qio/s

English (LSJ)

Boeotian, Cyprian, Cretan for θεός.

Russian (Dvoretsky)

θιός: ὁ беот. = θεός I.

Greek (Liddell-Scott)

θιός: «θεός. Κρῆτες» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

ο (ΑΜ θιός)
θεός (α. «θιός τόνε στέλνει», Παπαδ.
β. «θιός σχωρέσ' τον»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βοιωτ. και κρητ. τ. του θεός. Ο νεοελλ. θιός < θεός με μετατροπή του ατόνου e σε ημίφωνο i προ φωνήεντος (πρβλ. μηλέα > μηλεά > μηλιά)].