Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετατροπή

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μετατροπή Medium diacritics: μετατροπή Low diacritics: μετατροπή Capitals: ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ
Transliteration A: metatropḗ Transliteration B: metatropē Transliteration C: metatropi Beta Code: metatroph/

English (LSJ)

ἡ, (A μετατρέπω 11.2) retribution, ἔτι σε μετατροπὰ τῶνδ' ἔπεισιν ἔργων E.Andr. 492 (lyr.). II change, σώματος γένεσις καὶ μ. Plu.2.720b, cf. Vett. Val.81.3 (pl.), Nech. ap. eund. 125.21, Greg.Cor. Trop.Prooem.; ἐπὶ τὰ βελτίονα μ. λαμβάνειν Hippod. ap. Stob.4.34.71. III overthrow, βασιλέων μετατροπαί Herm. ap. eund.1.21.9 (prob.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 155] ἡ, Wendung, Veränderung; ἔτι σοι μετατροπὰ τῶνδ' ἔπεισιν ἔργων, Eur. Andr. 494; Hippodam. bei Stob. fl. 98, 71; Plut.

Greek (Liddell-Scott)

μετατροπή: ἡ, (μετατρέπω ΙΙ. 2) ἀνταπόδοσις, ἔτι σε μετατροπὰ τῶνδ’ ἔπεισιν ἔργων Εὐρ. Ἀνδρ. 492· μεταβολή, τὰ μὲν ἀπὸ τῶν χερῃόνων ἐπὶ τὰ βελτίονα μετατροπὰν λαμβάνοντα Ἱπποδάμ. Πυθ. παρὰ Στοβ. 534. 37.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
changement, échange.
Étymologie: μετατρέπω.

Greek Monolingual

η (ΑΜ μετατροπή) μετατρέπω
μεταβολή, αλλαγή, τροποποίηση (α. «η μετατροπή τών όρων του συμβολαίου έγινε μετά από συμφωνία και τών δύο πλευρών» β. «σώματος γένεσις καὶ μετατροπή», Πλούτ.)
νεοελλ.
φρ. «μετατροπή ποινής»
(νομ.) μείωση της ποινής που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, μείωση που αποφασίζεται από δικαστήριο ή ως απονομή χάριτος («το ανώτατο δικαστήριο αποφάσισε τη μετατροπή της ποινής του από ισόβια δεσμά σε 15ετή κάθειρξη»
αρχ.
1. στροφή προς τα πίσω, επιστροφή
2. απόδοση, ανταπόδοση
3. ανατροπή.

Greek Monotonic

μετατροπή: ἡ (μετατρέπω), στροφή προς τα πίσω, επιστροφή, με γεν., σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

μετατροπή: дор. μετατροπά ἡ изменение, перемена (τῶνδ᾽ ἔργων Eur.; τοῦ κόσμου Plut.).

Middle Liddell

μετατροπή, ἡ, μετατρέπω
retribution, vengeance for a thing, c. gen., Eur.