παλαιμοσύνη: Difference between revisions
From LSJ
τέχνη δὲ ἄνευ ἀλκῆς οὐδὲν ὠφελεῖ (Thucydides 2.87.4.6) → η τέχνη απαιτεί κουράγιο, skill without heart is useless
(9) |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b>πρβλ\.<\/b> (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>), (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)\]" to "<b>πρβλ.</b> $2$4, $7$9)]") |
||
(5 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=palaimosyni | |Transliteration C=palaimosyni | ||
|Beta Code=palaimosu/nh | |Beta Code=palaimosu/nh | ||
|Definition=<span | |Definition=v. [[παλαισμοσύνη]]. | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=[[παλαιμοσύνη]] και [[παλαισμοσύνη]], ἡ (Α)<br />η [[τέχνη]] του [[παλαιστή]], η [[πάλη]] («πύξ τε παλαισμοσύνῃ τε καὶ ἅλμασιν», <b>Ομ. Οδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[Παλαίμων]] (ΙΙ) <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>σύνη</i>, ενώ κατ' άλλους το ουσ. παράγεται απευθείας από το ρ. [[παλαίω]] (<b>πρβλ.</b> [[ιπποσύνη]], [[τοξοσύνη]])]. | |||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''πᾰλαιμοσύνη:''' ἡ = [[παλαισμοσύνη]]. | |||
}} | }} |
Latest revision as of 08:20, 8 May 2023
English (LSJ)
v. παλαισμοσύνη.
Greek Monolingual
παλαιμοσύνη και παλαισμοσύνη, ἡ (Α)
η τέχνη του παλαιστή, η πάλη («πύξ τε παλαισμοσύνῃ τε καὶ ἅλμασιν», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < Παλαίμων (ΙΙ) + κατάλ. -σύνη, ενώ κατ' άλλους το ουσ. παράγεται απευθείας από το ρ. παλαίω (πρβλ. ιπποσύνη, τοξοσύνη)].
Russian (Dvoretsky)
πᾰλαιμοσύνη: ἡ = παλαισμοσύνη.