εσμός: Difference between revisions

From LSJ

Καλῶς ἀκούειν μᾶλλον ἢ πλουτεῖν θέλε → Opulentiae antepone rumorem bonum → Erstrebe anstatt Reichtum lieber guten Ruf

Menander, Monostichoi, 285
m (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(\[\[πρβλ\]\]\. )(<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>), (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)" to "πρβλ. $3$5, $8$10")
 
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=<b>(I)</b><br />ο (AM [[ἑσμός]])<br /><b>1.</b> (για μέλισσες ή σφήκες) [[σμήνος]]<br /><b>2.</b> [[πλήθος]], [[αγέλη]], [[ομάδα]] («ὁ ἑσμὸς τῶν γυναικῶν», <b>Αριστοφ.</b><br />«ο [[εσμός]] τών αιχμαλώτων», Βιζυην.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. συνδέεται πιθ. με το ρ. [[έζομαι]], ενώ πιο πειστική [[είναι]] η [[ερμηνεία]] της λ. από σύνθετο <i>ε</i>-<i>σμός</i>: α’ συνθετικό <i>ε</i>-, συνδεόμενο με το ρ. [[ίημι]] ([[πρβλ]]. β’ εν. πρόσ. αορ. προστ. <i>έ</i>-<i>ς</i>, μτχ. μέσ. αορ. <i>έ</i>-<i>μενος</i>)<br />β’ συνθετικό [[επίθημα]] -<i>σμος</i> ([[πρβλ]]. <i>δα</i>-<i>σμός</i>, <i>σει</i>-<i>σμός</i>)].<br /><b>(II)</b><br />[[ἑσμός]], ὁ (Α) [[ίημι]]<br />(για πράγματα) [[καθετί]] που υπάρχει σε [[αφθονία]] («ἑσμοί γάλακτος», ποτάμια γάλακτος, <b>Ευρ.</b>).
|mltxt=<b>(I)</b><br />ο (AM [[ἑσμός]])<br /><b>1.</b> (για μέλισσες ή σφήκες) [[σμήνος]]<br /><b>2.</b> [[πλήθος]], [[αγέλη]], [[ομάδα]] («ὁ ἑσμὸς τῶν γυναικῶν», <b>Αριστοφ.</b><br />«ο [[εσμός]] τών αιχμαλώτων», Βιζυην.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. συνδέεται πιθ. με το ρ. [[έζομαι]], ενώ πιο πειστική [[είναι]] η [[ερμηνεία]] της λ. από σύνθετο <i>ε</i>-<i>σμός</i>: α’ συνθετικό <i>ε</i>-, συνδεόμενο με το ρ. [[ίημι]] ([[πρβλ]]. β’ εν. πρόσ. αορ. προστ. <i>έ</i>-<i>ς</i>, μτχ. μέσ. αορ. <i>έ</i>-<i>μενος</i>)<br />β’ συνθετικό [[επίθημα]] -<i>σμος</i> ([[πρβλ]]. [[δασμός]], [[σεισμός]])].<br /><b>(II)</b><br />[[ἑσμός]], ὁ (Α) [[ίημι]]<br />(για πράγματα) [[καθετί]] που υπάρχει σε [[αφθονία]] («ἑσμοί γάλακτος», ποτάμια γάλακτος, <b>Ευρ.</b>).
}}
}}

Latest revision as of 17:35, 23 August 2021

Greek Monolingual

(I)
ο (AM ἑσμός)
1. (για μέλισσες ή σφήκες) σμήνος
2. πλήθος, αγέλη, ομάδα («ὁ ἑσμὸς τῶν γυναικῶν», Αριστοφ.
«ο εσμός τών αιχμαλώτων», Βιζυην.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με το ρ. έζομαι, ενώ πιο πειστική είναι η ερμηνεία της λ. από σύνθετο ε-σμός: α’ συνθετικό ε-, συνδεόμενο με το ρ. ίημι (πρβλ. β’ εν. πρόσ. αορ. προστ. έ-ς, μτχ. μέσ. αορ. έ-μενος)
β’ συνθετικό επίθημα -σμος (πρβλ. δασμός, σεισμός)].
(II)
ἑσμός, ὁ (Α) ίημι
(για πράγματα) καθετί που υπάρχει σε αφθονία («ἑσμοί γάλακτος», ποτάμια γάλακτος, Ευρ.).