Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ερμηνεία

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (AM ἑρμηνεία) ερμηνεύς
1. εξήγηση, διασαφήνιση, αποσαφήνιση σκοτεινής ή διφορούμενης έννοιας
2. μετάφραση κειμένου
3. μεταγλώττιση από μια γλώσσα σε άλλη
4. (νομ.) η επιστημονική εργασία που γίνεται για να διαγνωστεί η αληθινή βούληση του νομοθέτη, με παραβολή και σύγκριση προς την όλη νομοθεσία και νομολογία
5. (νομ.) «αυθεντική ερμηνεία» — η διασαφήνιση της έννοιας παλαιότερου νόμου με νεώτερο νομοθέτημα
6. ορθή κατανόηση και απόδοση μουσικού ή θεατρικού έργου
αρχ.
1. ικανότητα ή δύναμη στην έκφραση
2. δεξιότητα, κομψότητα στον γραπτό λόγο, το συγγραφικό τάλαντο («αἱ πλατωνικαί ἑρμηνεῑαι» — κομψότητες στη διατύπωση)
3. (ειδ. για φυσικά φαινόμενα) η εκδήλωση.