ἐγκάπτω: Difference between revisions

From LSJ

ἐν δὲ μηνὸς πρῶτον τύχεν ἆμαρ → it chanced to be on the first of the month, that day fell on the first of the month

Source
(10)
(4)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἐγκάπτω]] (Α)<br />[[χάφτω]], [[καταπίνω]] [[λαίμαργα]].
|mltxt=[[ἐγκάπτω]] (Α)<br />[[χάφτω]], [[καταπίνω]] [[λαίμαργα]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἐγκάπτω:''' μέλ. <i>-ψω</i>, παρακ. <i>-κέκᾰφα</i>· [[καταβροχθίζω]] με [[λαιμαργία]], [[υφαρπάζω]], σε Αριστοφ.
}}
}}

Revision as of 22:28, 30 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐγκάπτω Medium diacritics: ἐγκάπτω Low diacritics: εγκάπτω Capitals: ΕΓΚΑΠΤΩ
Transliteration A: enkáptō Transliteration B: enkaptō Transliteration C: egkapto Beta Code: e)gka/ptw

English (LSJ)

pf.

   A ἐγκέκᾰφα AP9.316.6 (Leon.):—gulp down greedily, snap up, Ar.Pax7, V.791, Stratt.25, Hermipp.26, Alex.128.7; ἐ. αἰθέρα γνάθοις hold one's breath, E. Cyc.629.    II ἐγκάπτει· ἐκπνεῖ, Hsch.

German (Pape)

[Seite 704] gierig einschlucken, aufschnappen; Ar. Pax 7 Vesp. 791 u. sonst; Stratt. bei Ath. VII, 327 e u. öfter; ἐγκέκαφεν Leon. Tar. 29 (IX, 316); τὸ κέρμ' εἰς τὴν γνάθον Alexis bei Ath. III, 76 e;– αἰθέρα γνάθοις, d. i. die Backen aufblasen, Eur. Cycl. 625.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγκάπτω: μέλλ. -ψω, πρκμ. ἐγκέκᾰφα: ― «χάφτω», καταβροχθίζω λαιμάργως, Ἀριστοφ. Εἰρ. 7, Στράττις ἐν «Λημνομέδᾳ» 2· ἐπὶ τῶν ἐν Ἀθήνησι δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκράτουν εἰς τὸ στόμα των τὸ μικρὸν νόμισμα, δι’ οὗ ὁ μισθὸς αὐτῶν ἐπληρώνετο, Ἀριστοφ. Σφ. 791, Ἐκκλ. 815, πρβλ. Ἕρμιππ. ἐν «Θεοῖς» 2, Ἄλεξ. ἐν «Λέβητι» 1. 7· σιγῶμεν ἐγκάψαντες αἰθέρα γνάθοις, κρατοῦντες τὴν ἀναπνοὴν ἡμῶν ἐντὸς τῶν γνάθων, Εὐρ. Κύκλ. 629· ― πρβλ. ἔγκαφος.

French (Bailly abrégé)

avaler.
Étymologie: ἐν, κάπτω.

Spanish (DGE)

engullir, tragar ὅλην (μᾶζαν) ἐνέκαψε Ar.Pax 7, cf. V.791, Stratt.26, Hermipp.25, Alex.133.7, AP 9.316 (Leon.), ἐγκάψαντες αἰθέρα γνάθοις tras haber engullido aire con las mandíbulas, e.d., conteniendo la respiración E.Cyc.629.

Greek Monolingual

ἐγκάπτω (Α)
χάφτω, καταπίνω λαίμαργα.

Greek Monotonic

ἐγκάπτω: μέλ. -ψω, παρακ. -κέκᾰφα· καταβροχθίζω με λαιμαργία, υφαρπάζω, σε Αριστοφ.