θυμηγερέων: Difference between revisions
Ῥῦσέ με δεινῶν νοσημάτων, ἱερώτατε, ἱερωσύνην συναρμόσας ἐν χαρᾷ και ἐπιστήμης τὸ πολύτιμον κεφάλαιον → Deliver me from grievous afflictions, most holy one, joining sanctity together in joy with the precious fountainhead of knowledge
m (Text replacement - "˙" to "·") |
(1ab) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''θῡμηγερέων:''' part. m [[ἀγείρω]] собирающий (последние) силы, еле живой (ἐκ δ᾽ [[ἔπεσον]] θ. Hom.). | |elrutext='''θῡμηγερέων:''' part. m [[ἀγείρω]] собирающий (последние) силы, еле живой (ἐκ δ᾽ [[ἔπεσον]] θ. Hom.). | ||
}} | |||
{{mdlsj | |||
|mdlsjtxt=[[ἀγείρω]] [a [[part]]. with no pres. in use]<br />[[gathering]] [[breath]], collecting [[oneself]], Od. | |||
}} | }} |
Revision as of 23:20, 9 January 2019
English (LSJ)
(θυμός, ἀγείρω)
A gathering breath, collecting oneself, Od. 7.283.
German (Pape)
[Seite 1223] den Muth sammelnd, sich erholend, Od. 7, 283.
Greek (Liddell-Scott)
θῠμηγερέων: συνάγων ἑαυτόν, ἀναζωπυρῶν ἐαυτόν, «ἀνακτώμενος τὴν ψυχὴν» (Εὐστ.), Ὀδ. Η. 283· - τὸ ῥῆμα δὲν ἀπαντᾷ, πρβλ. ὀλιγηπελέων.
Greek Monotonic
θῡμηγερέων: (ἀγείρω), μτχ. με ενεστ. σε αχρηστία, αυτός που ανακτά την ψυχή του, συγκεντρώνει τον εαυτό του, σε Ομήρ. Οδ.
Russian (Dvoretsky)
θῡμηγερέων: part. m ἀγείρω собирающий (последние) силы, еле живой (ἐκ δ᾽ ἔπεσον θ. Hom.).
Middle Liddell
ἀγείρω [a part. with no pres. in use]
gathering breath, collecting oneself, Od.