Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ουλαμός: Difference between revisions

From LSJ

Quibus enim nihil est in ipsis opis ad bene beateque vivendum → Every age is burdensome to those who have no means of living well and happily

Cicero, de Senectute
(29)
 
m (Text replacement - "αῑος" to "αῖος")
 
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=ο (Α [[οὐλαμός]] και ὀλαμός)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> μικρό [[τμήμα]] στρατού, οργανικό ή μή<br /><b>2.</b> [[τμήμα]] ίλης ιππικού από δύο ομάδες μάχης ή [[τμήμα]] πυροβολαρχίας ή πολυβολαρχίας το οποίο αποτελείται από δύο στοιχεία και διοικείται από κατώτερο αξιωματικό, υπολοχαγό ή ανθυπολοχαγό<br /><b>3.</b> <b>ναυτ.</b> [[τακτικός]] [[σχηματισμός]] από [[τρία]] πλοία που σχηματίζουν [[τρίγωνο]] του οποίου την [[κορυφή]] κατέχει το ουλαμηγό [[πλοίο]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> πυκνό [[πλήθος]], [[στίφος]] πολεμιστών, [[ιδίως]] μαχόμενων<br /><b>2.</b> (ως [[τεχνικός]] όρος) ίλη ιππικού που αποτελούνταν από ορισμένο αριθμό ιππέων<br /><b>3.</b> <b>μτφ.</b> (για μέλισσες) [[σμήνος]] («[[οὐλαμός]] μελισσαῑος», <b>Νίκ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη [[βαθμίδα]] του ρ. <i>εἰλῶ</i> «[[πιέζω]], [[σφίγγω]]» <span style="color: red;"><</span> <i>wel</i>- «[[πιέζω]], ωθώ, [[εγκλείω]]» (<b>βλ. λ.</b> [[είλω]]) με κατάλ. -<i>αμος</i> (<b>πρβλ.</b> <i>πλόκ</i>-<i>αμος</i>, <i>ποτ</i>-[[αμός]]). Η ύπαρξη αρκτικού <i>F</i>- στη λ. [[οὐλαμός]] (<span style="color: red;"><</span> <i>Fολαμος</i>) επιβεβαιώνεται αφ' ενός από το αρκτικό <i>γ</i>- του τ. που παραδίδει ο <b>Ησύχ.</b> <i>γόλαμος</i><br />[[διωγμός]] (η προπαροξυτονία του τ. <i>γόλαμος</i> [[είναι]] λεσβιακής προέλευσης) και αφ' ετέρου από τη [[μετρική]] του ομηρ. κειμένου. Η [[δίφθογγος]] <i>ου</i>- οφείλεται σε [[μετρική]] [[έκταση]], η οποία διατηρήθηκε και γενικεύθηκε στη μτγν. Ελληνική].
|mltxt=ο (Α [[οὐλαμός]] και ὀλαμός)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> μικρό [[τμήμα]] στρατού, οργανικό ή μή<br /><b>2.</b> [[τμήμα]] ίλης ιππικού από δύο ομάδες μάχης ή [[τμήμα]] πυροβολαρχίας ή πολυβολαρχίας το οποίο αποτελείται από δύο στοιχεία και διοικείται από κατώτερο αξιωματικό, υπολοχαγό ή ανθυπολοχαγό<br /><b>3.</b> <b>ναυτ.</b> [[τακτικός]] [[σχηματισμός]] από [[τρία]] πλοία που σχηματίζουν [[τρίγωνο]] του οποίου την [[κορυφή]] κατέχει το ουλαμηγό [[πλοίο]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> πυκνό [[πλήθος]], [[στίφος]] πολεμιστών, [[ιδίως]] μαχόμενων<br /><b>2.</b> (ως [[τεχνικός]] όρος) ίλη ιππικού που αποτελούνταν από ορισμένο αριθμό ιππέων<br /><b>3.</b> <b>μτφ.</b> (για μέλισσες) [[σμήνος]] («[[οὐλαμός]] μελισσαῖος», <b>Νίκ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη [[βαθμίδα]] του ρ. <i>εἰλῶ</i> «[[πιέζω]], [[σφίγγω]]» <span style="color: red;"><</span> <i>wel</i>- «[[πιέζω]], ωθώ, [[εγκλείω]]» (<b>βλ. λ.</b> [[είλω]]) με κατάλ. -<i>αμος</i> (<b>πρβλ.</b> <i>πλόκ</i>-<i>αμος</i>, <i>ποτ</i>-[[αμός]]). Η ύπαρξη αρκτικού <i>F</i>- στη λ. [[οὐλαμός]] (<span style="color: red;"><</span> <i>Fολαμος</i>) επιβεβαιώνεται αφ' ενός από το αρκτικό <i>γ</i>- του τ. που παραδίδει ο <b>Ησύχ.</b> <i>γόλαμος</i><br />[[διωγμός]] (η προπαροξυτονία του τ. <i>γόλαμος</i> [[είναι]] λεσβιακής προέλευσης) και αφ' ετέρου από τη [[μετρική]] του ομηρ. κειμένου. Η [[δίφθογγος]] <i>ου</i>- οφείλεται σε [[μετρική]] [[έκταση]], η οποία διατηρήθηκε και γενικεύθηκε στη μτγν. Ελληνική].
}}
}}

Latest revision as of 12:55, 28 March 2021

Greek Monolingual

ο (Α οὐλαμός και ὀλαμός)
νεοελλ.
1. μικρό τμήμα στρατού, οργανικό ή μή
2. τμήμα ίλης ιππικού από δύο ομάδες μάχης ή τμήμα πυροβολαρχίας ή πολυβολαρχίας το οποίο αποτελείται από δύο στοιχεία και διοικείται από κατώτερο αξιωματικό, υπολοχαγό ή ανθυπολοχαγό
3. ναυτ. τακτικός σχηματισμός από τρία πλοία που σχηματίζουν τρίγωνο του οποίου την κορυφή κατέχει το ουλαμηγό πλοίο
αρχ.
1. πυκνό πλήθος, στίφος πολεμιστών, ιδίως μαχόμενων
2. (ως τεχνικός όρος) ίλη ιππικού που αποτελούνταν από ορισμένο αριθμό ιππέων
3. μτφ. (για μέλισσες) σμήνοςοὐλαμός μελισσαῖος», Νίκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα του ρ. εἰλῶ «πιέζω, σφίγγω» < wel- «πιέζω, ωθώ, εγκλείω» (βλ. λ. είλω) με κατάλ. -αμος (πρβλ. πλόκ-αμος, ποτ-αμός). Η ύπαρξη αρκτικού F- στη λ. οὐλαμός (< Fολαμος) επιβεβαιώνεται αφ' ενός από το αρκτικό γ- του τ. που παραδίδει ο Ησύχ. γόλαμος
διωγμός (η προπαροξυτονία του τ. γόλαμος είναι λεσβιακής προέλευσης) και αφ' ετέρου από τη μετρική του ομηρ. κειμένου. Η δίφθογγος ου- οφείλεται σε μετρική έκταση, η οποία διατηρήθηκε και γενικεύθηκε στη μτγν. Ελληνική].