ἀμβλυώσσω: Difference between revisions
Καλὸν δὲ καὶ γέροντι μανθάνειν σοφά → Addiscere aliquid digna res etiam seni → Auch einem Greis ist etwas Weises lernen Zier
m (Text replacement - "(?s)({{LSJ.*}}\n)({{.*}}\n)({{DGE.*}}\n)" to "$1$3$2") |
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1") |
||
Line 12: | Line 12: | ||
{{DGE | {{DGE | ||
|dgtxt=<b class="num">• Alolema(s):</b> át. -ττω<br />[[tener la vista débil]], [[ver borroso o mal]] Hp.<i>Prog</i>.7, A.<i>Fr</i>.55.6, Pl.<i>R</i>.508c, 517d, Hp.<i>Mi</i>.374d, X.<i>Cyn</i>.5.27, Luc.<i>Herm</i>.20, Artern.1.26, τοῖς ὀφθαλμοῖς ἀμβλυώσσων <i>PSI</i> 1103.14 (III d.C.) en <i>BL</i> 4.89, cf. Hdn.Gr.2.446, Hsch.<br /><b class="num">•</b>c. constr. que indican la causa ὑπ' [[αὐτοῦ]] (νουσήματος) Hp.<i>Prorrh</i>.2.42, ὑπὸ [[γήρως]] Luc.<i>Icar</i>.6, τὸ τοῦ [[γήρως]] ἀμβλυῶττον Plu.2.13d<br /><b class="num">•</b>c. otras constr., πρὸς τὸ φῶς Luc.<i>Cont</i>.1, πρὸς τὰ γινόμενα Luc.<i>Tim</i>.2, τὰ τηλικαῦτα Luc.<i>Tim</i>.27. | |dgtxt=<b class="num">• Alolema(s):</b> át. -ττω<br />[[tener la vista débil]], [[ver borroso o mal]] Hp.<i>Prog</i>.7, A.<i>Fr</i>.55.6, Pl.<i>R</i>.508c, 517d, Hp.<i>Mi</i>.374d, X.<i>Cyn</i>.5.27, Luc.<i>Herm</i>.20, Artern.1.26, τοῖς ὀφθαλμοῖς ἀμβλυώσσων <i>PSI</i> 1103.14 (III d.C.) en <i>BL</i> 4.89, cf. Hdn.Gr.2.446, Hsch.<br /><b class="num">•</b>c. constr. que indican la causa ὑπ' [[αὐτοῦ]] (νουσήματος) Hp.<i>Prorrh</i>.2.42, ὑπὸ [[γήρως]] Luc.<i>Icar</i>.6, τὸ τοῦ [[γήρως]] ἀμβλυῶττον Plu.2.13d<br /><b class="num">•</b>c. otras constr., πρὸς τὸ φῶς Luc.<i>Cont</i>.1, πρὸς τὰ γινόμενα Luc.<i>Tim</i>.2, τὰ τηλικαῦτα Luc.<i>Tim</i>.27. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=<i>seul. prés.</i><br />avoir la vue faible ; τὸ ἀμβλυῶττον PLUT faiblesse de la vue.<br />'''Étymologie:''' [[ἀμβλύς]], [[ὤψ]]. | |||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἀμβλυώσσω''': Ἀττ. -ττω, μόνον κατ’ ἐνεστ.: ([[ἀμβλύς]])· εἶμαι [[ἀμβλυωπός]], [[μύωψ]], «κοντόφθαλμος», ἔχω ἀσθενῆ τὴν ὅρασιν, Ἱππ. 168Η, 113Ε, κτλ., Πλάτ. Πολ. 508C, D, 516E, 517D, Ἱππ. Ἐλ. 347D· ἀμβλ. πρὸς τὸ φῶς = [[τυφλώττω]] πρὸς τὸ φῶς, ἐμπρὸς εἰς τὸ φῶς, Λουκ. Χάρ. ἢ Ἐπισκ. 1: ἀλλ’ ἀμβλ. τὰ τηλικαῦτα ὁ αὐτ. Τίμ. 27· τὸ ἀμβλυῶττον = [[ἀμβλυωγμός]], Πλούτ. 2. 13Ε. | |lstext='''ἀμβλυώσσω''': Ἀττ. -ττω, μόνον κατ’ ἐνεστ.: ([[ἀμβλύς]])· εἶμαι [[ἀμβλυωπός]], [[μύωψ]], «κοντόφθαλμος», ἔχω ἀσθενῆ τὴν ὅρασιν, Ἱππ. 168Η, 113Ε, κτλ., Πλάτ. Πολ. 508C, D, 516E, 517D, Ἱππ. Ἐλ. 347D· ἀμβλ. πρὸς τὸ φῶς = [[τυφλώττω]] πρὸς τὸ φῶς, ἐμπρὸς εἰς τὸ φῶς, Λουκ. Χάρ. ἢ Ἐπισκ. 1: ἀλλ’ ἀμβλ. τὰ τηλικαῦτα ὁ αὐτ. Τίμ. 27· τὸ ἀμβλυῶττον = [[ἀμβλυωγμός]], Πλούτ. 2. 13Ε. | ||
}} | }} | ||
{{lsm | {{lsm |
Revision as of 12:00, 2 October 2022
English (LSJ)
Att. ἀμβλυώττω, only in pres.: (ἀμβλύς):—to be short-sighted, have weak sight, Hp.Prorrh.2.42, etc., Pl.R.508c, al., Hp.Mi.374d; ἀ. πρὸς τὸ φῶς to be dazzled by it, Luc. Cont.1, cf. Jul.Or.5.163a; ἀ. τὰ τηλικαῦτα Luc. Tim.27; τὸ τοῦ γήρως ἀμβλυῶττον Plu.2.13e.
Spanish (DGE)
• Alolema(s): át. -ττω
tener la vista débil, ver borroso o mal Hp.Prog.7, A.Fr.55.6, Pl.R.508c, 517d, Hp.Mi.374d, X.Cyn.5.27, Luc.Herm.20, Artern.1.26, τοῖς ὀφθαλμοῖς ἀμβλυώσσων PSI 1103.14 (III d.C.) en BL 4.89, cf. Hdn.Gr.2.446, Hsch.
•c. constr. que indican la causa ὑπ' αὐτοῦ (νουσήματος) Hp.Prorrh.2.42, ὑπὸ γήρως Luc.Icar.6, τὸ τοῦ γήρως ἀμβλυῶττον Plu.2.13d
•c. otras constr., πρὸς τὸ φῶς Luc.Cont.1, πρὸς τὰ γινόμενα Luc.Tim.2, τὰ τηλικαῦτα Luc.Tim.27.
French (Bailly abrégé)
seul. prés.
avoir la vue faible ; τὸ ἀμβλυῶττον PLUT faiblesse de la vue.
Étymologie: ἀμβλύς, ὤψ.
Greek (Liddell-Scott)
ἀμβλυώσσω: Ἀττ. -ττω, μόνον κατ’ ἐνεστ.: (ἀμβλύς)· εἶμαι ἀμβλυωπός, μύωψ, «κοντόφθαλμος», ἔχω ἀσθενῆ τὴν ὅρασιν, Ἱππ. 168Η, 113Ε, κτλ., Πλάτ. Πολ. 508C, D, 516E, 517D, Ἱππ. Ἐλ. 347D· ἀμβλ. πρὸς τὸ φῶς = τυφλώττω πρὸς τὸ φῶς, ἐμπρὸς εἰς τὸ φῶς, Λουκ. Χάρ. ἢ Ἐπισκ. 1: ἀλλ’ ἀμβλ. τὰ τηλικαῦτα ὁ αὐτ. Τίμ. 27· τὸ ἀμβλυῶττον = ἀμβλυωγμός, Πλούτ. 2. 13Ε.
Greek Monotonic
ἀμβλυώσσω: Αττ. -ττω, μόνο στον ενεστ., (ἀμβλύς), έχω ασθενή όραση, είμαι μύωπας, κοντόφθαλμος, σε Πλάτ. κ.λπ.· ἀμβλ. πρὸς τὸ φῶς, είμαι τυφλός ως προς αυτό, σε Λουκ.
Russian (Dvoretsky)
ἀμβλυώσσω: атт. ἀμβλυώττω Plat., Luc., Plut. = ἀμβλυωπέω.
Middle Liddell
ἀμβλύς only in pres.]
to be dim-sighted, Plat., etc.; ἀμβλ. πρὸς τὸ φῶς to be blind to it, Luc.