ἐπαρκούντως
From LSJ
Εἰ μὲν ἐπ' ἀμφοτέροισιν, Ἔρως, ἴσα τόξα τιταίνεις, εἶ θεός (Rufinus, Greek Anthology 5.97) → If, Eros, you're stretching your bow at both equally, then you're a god.
English (LSJ)
Adv. pres. part., A sufficiently, S.El. 354.
German (Pape)
[Seite 905] hinreichend, Soph. El. 346.
Greek (Liddell-Scott)
ἐπαρκούντως: ἐπίρρ. μετοχ. τοῦ ἐνεστ. τοῦ ἐπαρκέω, ἐπαρκῶς, Σοφ. Ἠλ. 354.
French (Bailly abrégé)
adv.
suffisamment.
Étymologie: ἐπαρκέω.
Greek Monolingual
ἐπαρκούντως (Α)
επίρρ. αρκούντως, επαρκώς, αρκετά («κακῶς μέν, οἶδ', ἐπαρκούντως δ' ἐμοί», Σοφ.).
Greek Monotonic
ἐπαρκούντως: επίρρ. μτχ. του ἐπαρκέω, επαρκώς, αρκετά, σε Σοφ.
Russian (Dvoretsky)
ἐπαρκούντως: достаточно (τινί Soph.).
Middle Liddell
sufficiently, Soph.