Τρωϊκός
From LSJ
οὐ μακαριεῖς τὸν γέροντα, καθ' ὅσον γηράσκων τελευτᾷ, ἀλλ' εἰ τοῖς ἀγαθοῖς συμπεπλήρωται· ἕνεκα γὰρ χρόνου πάντες ἐσμὲν ἄωροι → do not count happy the old man who dies in old age, unless he is full of goods; in fact we are all unripe in regards to time
English (LSJ)
ή, όν, (Τρώς)
A Trojan, Il.10.11, S.Aj.862, etc.; Τρωϊκὴν ἀνὰ χθόνα A.Myrm. in PSI11.1211.3; τὰ T. the times of Troy, the Trojan war, Hdt.2.145, al., Th.1.3, etc.
French (Bailly abrégé)
ή, όν :
de Troie, troyen ; τὰ Τρωϊκά les événements, càd la guerre de Troie.
Étymologie: Τρωΐα.
Greek Monotonic
Τρωϊκός: -ή, -όν (Τρώς), αυτός που ανήκει στην Τροία, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ. κ.λπ.· τὰ Τρωϊκὰ, τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, σε Ηρόδ.
Russian (Dvoretsky)
Τρωϊκός: троянский Hom., Trag. etc.