ἀνεπίπληκτος

Revision as of 20:15, 22 March 2024 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - " E.''Or.''" to " E., ''Or.''")

English (LSJ)

ἀνεπίπληκτον,
A not liable to be reproved, Eup.397; βίος E., Or.922, Men.Epit.489. Adv. ἀνεπιπλήκτως Hsch., f.l. in Ph.2.454.
2 in bad sense, not reproved, unreproved, licentious, τροφῇ ἀ. τραφῆναι Pl.Lg.695b, cf. Eus.Mynd.62.
II Act., not reproving or not blaming, τὸ ἀνεπίπληκτον = abstinence from blame or criticism, M.Ant.1.10.

Spanish (DGE)

-ον
I 1irreprochable, βίος E.Or.922, ἀνεπίπληκτος αὐτὸς τῷ βίῳ Men.Epit.910, cf. Eup.397.
2 que queda sin castigo de pers. ἀνεπιπλήκτων αὐτῶν ὄντων PLond.44.21 (II d.C.)
fig. carente de austeridad, demasiado refinado τροφή Pl.Lg.695b, ψυχὴ ... ἐν τρυφῇ ἀνεπιπλήκτῳ ... τραφεῖσα D.C.61.4.2
subst. τὸ ἀνεπίπληκτον = relajación Eus.Mynd.62.
3 subst. τὸ ἀνεπίπληκτον = ausencia de crítica M.Ant.1.10.
II adv. ἀνεπιπλήκτως = en forma irreprochable Hsch.

German (Pape)

[Seite 225] 1) ungescholten, tadellos, Eupol. B. A. 398; als v.l. Xen. Cyr. 2, 1, 22 für ανεπ ίκλητος; Plat. Legg. III, 695 b τροφῇ ἀνεπιπλήκτῳ τραφέντες, ungebunden. – 2) nicht scheltend, tadelnd, M. Ant. 1, 10.

Russian (Dvoretsky)

ἀνεπίπληκτος: обходящийся без наказаний (ἀ. τροφή Plat.).

Greek (Liddell-Scott)

ἀνεπίπληκτος: -ον, μὴ ὑποκείμενος εἰς ἐπιπλήξεις, ὁ μὴ ἐπιπληττόμενος, «ᾧ οὐδεὶς ἐπιπλήττει ἁμαρτάνοντι· Εὔπολις» Σουΐδ. ἄλλη γραφὴ ἐν Ξεν. Κύρ. 2. 1, 22 ἀντὶ τῆς παραδεδεγμένης: ἀνεπίκλητος. 2) ἐπὶ κακῆς σημασ., ἀκόλαστος, τροφῇ ἀνεπιπλήκτῳ τραφέντας Πλάτ. Νόμ. 695Β. ΙΙ. ἐνεργ., ὁ μὴ ἐλέγχων, μὴ ψέγων, τὸ ἀνεπίπληκτον, τὸ μὴ ἐπιπλήττειν, Μ. Ἀντων. 1. 10.

Greek Monolingual

ἀνεπίπληκτος, -ον (Α)
1. μη υποκείμενος σε κατάκριση ή επίπληξη
2. ακόλαστος, χυδαίος
3. εκείνος που δεν ασκεί έλεγχο, που δεν ψέγει.