Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκόλαστος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀκόλᾰστος Medium diacritics: ἀκόλαστος Low diacritics: ακόλαστος Capitals: ΑΚΟΛΑΣΤΟΣ
Transliteration A: akólastos Transliteration B: akolastos Transliteration C: akolastos Beta Code: a)ko/lastos

English (LSJ)

ον,

   A undisciplined, unbridled, δῆμος Hdt.3.81; ὄχλος E.Hec.607; στράτευμα X.An.2.6.10, cf. Ar.Nu.1348, Pl.Prt.341e, etc.    2 esp. incontinent, licentious, S.Fr.744; opp. σώφρων, Pl. Grg.507c, Arist.EN1117b32, al.; περί τι Id.HA572a12; πρός τι 582a26. Adv. ἀκολάστως, ἔχειν Pl.Grg.493c: Comp. -οτέρως, ἔχεινπρός τι X.Mem.2.1.1, cf. Aen.Tact.26.2, dub. in Vett.Val.153.32, 271.12 (leg. ἀκοπιάστως).    II unpunished, c. gen., App.Ill.17.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκόλαστος: -ον, Λατ. non castigatus, μὴ τιμωρηθείς, μὴ παιδευθείς, ἀχαλίνωτος, ὁ δῆμος, Ἡρόδ. 3. 81· ὄχλος, Εὐρ. Ἑκ. 607· στράτευμα, Ξεν. Ἀν. 2. 6, 9· οὕτω Πλάτ., κτλ. 2) κοινῶς. ἀχαλίνωτος ἐν ταῖς σαρκικαῖς ἡδοναῖς, ἀσελγής, ἀκρατής, ἀντίθ. τῷ σώφρων, Σοφ. Ἀποσπ. 817, Πλάτ. Γοργ. 507C, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 2, 7· ― περί τι, ὁ αὐτ. Ἱ. Ζ. 6. 18, 8· πρός τι (ἴδε τέλ.): ― οὕτω κατ’ ἐπίρρ. ἀκολάστως ἔχειν, Πλάτ. Γοργ. 493C: ― συγκρ. -οτέρως ἔχειν πρός τι, εἶναι καθ’ ὑπερβολὴν ἀκρατῆ ὡς πρός τι, Ξεν. Ἀπομ. 21, 1.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. non châtié, non réprimé, non maintenu;
II. 1 sans retenue, licencieux, intempérant, insolent, effronté;
2 désordonné, indiscipliné.
Étymologie: ἀ, κολάζω.

Spanish (DGE)

-ον

• Morfología: [fem. compar. ἀκολαστοτέρα Nicol.Com.2]
I 1de pers. indisciplinado ref. al comportamiento social o político δῆμος Hdt.3.81, ὄχλος E.Hec.607, στράτευμα X.An.2.6.10, θίασος Ph.1.550, tb. de anim., c. ac. de rel. (ἵππος) ἀ. τὴν γνάθον Poll.1.198
ref. al comportamiento individual desenfrenado, licencioso οὗτος ... οὐκ ἂν ἦν οὕτως ἀκόλαστος Ar.Nu.1348, ἀκόλαστον ἄν τινα λέγοι Σιμωνίδην Pl.Prt.341e, op. σώφρων Pl.Grg.507c, Arist.EN 1117b32, (γυνή) Pl.Com.105, Ph.2.51, cf. Alex.71
tb. de anim. ἵππος ἀ. Pl.Phdr.255e, c. ac. de rel. ἀ. τοὺς τρόπους Ar.Pl.1049, c. prep. περὶ ταῦτα Aeschin.1.42, περὶ τὸ ἀφροδισιάζεσθαι Arist.HA 572a12, πρὸς τὴν ὁμιλίαν Arist.HA 582a26, πρὸς γυναῖκας Ath.535a, ἐπὶ τὴν ἡδονήν Plu.2.125a, c. inf. ἀ. ὁμιλεῖν E.Fr.976
de cosas y abstr. intemperante, licencioso γλῶσσα E.Or.10, σῶμα S.Fr.744, ὀφθαλμός Pall.H.Laus.59.2, ἦθος Critias B 6.13, E.Fr.362.22, βίος Pl.Grg.493d, Ph.1.255, ἐπιθυμία Pl.Grg.507e, ἡδονή PMasp.5.18 (VI d.C.), μέλος Chamael.24, ῥήματα Clem.Al.Paed.2.10.97
desmesurado πλοῦτος Longin.44.7, ἀκόλαστοι εἰσπνοαί Steph.in Hp.Progn.258.22
subst. τὸ ἀ. libertinaje op. τὸ εὔθυμον: τὸ εὔθυμον ἀπὸ τοῦ ἀκολάστου διακέκριται Fauorin.De Ex.2.9
neutr. plu. como adv. AP 5.175 (Mel.).
2 no castigado ἀκολάστους ἐᾶν Pl.Lg.793e, cf. E.Ph.971, ἁμαρτήματα ἀκόλαστα παριέναι X.Eq.Mag.7.10
no mejorado ἔθη D.Chr.7.137
c. gen. ἐάσειν καὶ ἀκολάστους τῶν ἐπὶ Οὐέτερι πραχθέντων App.Ill.17.
II adv. -ως
1 licenciosamente, desenfrenadamente ζῆν Isoc.15.239, D.C.76.14.1, ἔχοντος βίου Pl.Grg.493c, τροφὴν ποικίλλειν Ath.663b, ἀ. διακεῖσθαι Aen.Tact.26.2
en forma indisciplinada ἔχειν πρὸς τὰ τοιαῦτα X.Mem.2.1.1.
2 sin esfuerzo τυχεῖν τινός Vett.Val.145.31.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀκόλαστος, -ον)
ο αχαλίνωτος, όποιος δεν δείχνει εγκράτεια (κυρίως στις σαρκικές ηδονές)
νεοελλ.
αυτός που δεν έχει κολαστεί, δεν έχει πει ή πράξει κάτι που το τιμωρεί η Εκκλησία
αρχ.
εκείνος που δεν έχει τιμωρηθεί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + κολάζω.
ΠΑΡ. αρχ. ἀκολασταίνω.

Greek Monotonic

ἀκόλαστος: -ον (κολάζω), Λατ. non castigatus,
1. ασελγής, άσεμνος, αχαλίνωτος, απείθαρχος, ασυγκράτητος, ξέφρενος, σε Ηρόδ., Αττ. κ.λπ.
2. άσωτος, ακρατής, αντίθ. προς το σώφρων, σε Σοφ. κ.λπ.· ομοίως και ως επίρρ. ἀκολάστως ἔχειν, σε Πλάτ.· συγκρ. ἀκολαστοτέρως ἔχειν πρός τι, είμαι υπερβολικά ακρατής σε κάτι, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀκόλαστος:
1) недисциплинированный, разнузданный, распущенный (δῆμος Her.; ὄχλος Eur.; στράτευμα Xen.; ἀνήρ, ἵππος Plat.);
2) невоздержный, неумеренный, распутный (περί τι Arst. или πρός и ἐπί τι Plut.);
3) ненаказанный (ἁμαρτήματα Xen.).

Middle Liddell

κολάζω
1. Lat. non castigatus, unchastised, undisciplined, unbridled, Hdt., attic, etc.
2. licentious, intemperate, opp. to σώφρων, Soph., etc.:— so in adv., ἀκολάστως ἔχειν Plat.; comp., ἀκολαστοτέρως ἔχειν πρός τι to be too intemperate in a thing, Xen.