σκοπητέον
From LSJ
μοχθεῖν τε βροτοῖσ(ιν) άνάγκη → and you mortals must endure trouble (Euripides' Hippolytus 208)
English (LSJ)
A one must examine or consider, Gp.7.15.1, Sever.Clyst.p.17 D., Aët.7.9.
Greek (Liddell-Scott)
σκοπητέον: μεταγενέστ. τύπος τοῦ σκεπτέον, Κλήμ. Ἀλεξ. 773, κτλ.