ἀνταγωνίζομαι

From LSJ
Revision as of 19:31, 9 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Bailly1_1)

Τὸν εὖ ποιοῦνθ' (εὐποροῦνθ') ἕκαστος ἡδέως ὁρᾷ → Den, der ihm wohltut, freut ein jeder sich zu sehn

Menander, Monostichoi, 501
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀντᾰγωνίζομαι Medium diacritics: ἀνταγωνίζομαι Low diacritics: ανταγωνίζομαι Capitals: ΑΝΤΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: antagōnízomai Transliteration B: antagōnizomai Transliteration C: antagonizomai Beta Code: a)ntagwni/zomai

English (LSJ)

   I struggle against, prove a match for, τινί, esp. in war, Hdt.5.109, Th.6.72, X.Cyr.1.6.8, etc.; ἀ. ταῖς παρασκεναῖς τινός D.43.81; πρὸς τοὺς βαρβάρους Inscr.Prien.17.15, cf. Ep.Hebr.12.4.    2 generally, struggle, vie with, τινί Th.3.38; περί τινος And.4.2; οἱ ἀνταγωνιζόμενοί τι the parties in a lawsuit, X. Cyr.8.2.27; [οἱ ἐλευθέριοι] οὐκ ἀ. περὶ τῶν χρημάτων Arist.Rh. 1366b8.    3 act a part in rivalry with, τινί Plu.Dem.29.    II as Pass., to be set against, τινί X.Oec.10.12.

German (Pape)

[Seite 243] gegen Jemand kämpfen, τινί, im Kriege, Xen. Cyr. 1, 6, 8; mit Einem wetteifern, auch im Guten, 3, 3, 10; bes. vor Gericht streiten, τινί, Thuc. 3, 38; περὶ τῶν ἄθλων Andoc. 4, 2; Xen. Cyr. 8, 2, 27; ἀντ. τινὶ τραγῳδίαν ὑποκρινόμενος, in einer tragischen Rolle, Plut. Dem. 29.

Greek (Liddell-Scott)

ἀντᾰγωνίζομαι: μέλλ. Ἀττ. -ῐοῦμαι: Ι. ὡς ἀποθ., ἀγωνίζομαι κατά τινος, τινί, ἰδίως ἐν πολέμῳ, Ἡρόδ. 5.109. Θουκ. 6. 72, Ξεν., κτλ., ἀν. ταῖς παρασκευαῖς τινος Δημ. 1078.11. 2) καθόλου, ἀγωνίζομαι, διαφιλονεικῶ πρός τινα, τινὶ Θουκ. 3. 38· περί τινος Ἀνδοκ. 29. 12· οἱ ἀνταγωνιζόμενοί τι, οἱ διάδικοι ἢ ἀντίδικοι ἐν δίκῃ τινί, Ξεν. Κύρ. 8. 2, 27. 3) ἀπολ., ἀνταγωνίζομαι περί τινος πράγματος, οὐκ ἀνταγωνίζονται περὶ χρημάτων Ἀριστ. Ρητ. 1. 9, 6. ΙΙ. ὡς παθ., τίθεμαι ἐναντίον τινὸς ὡς ἀντίπαλος, καὶ ὄψις δὲ ὁπόταν ἀνταγωνίζηται διακόνῳ... κινητικὸν γίγνεται Ξεν. Οἰκ. 10. 12.

French (Bailly abrégé)

impf. ἀντηγωνιζόμην, f. ἀνταγωνιοῦμαι, etc.
1 lutter les armes à la main contre, τινι ; en gén. lutter ou disputer contre, τινι ; οἱ ἀνταγωνιζόμενοί τι XÉN les parties adverses dans un procès;
2 jouer un rôle (tragique) en face d’un autre acteur.
Étymologie: ἀντί, ἀγωνίζομαι.