διπλασιολογία
καὶ ἤδη γε ἄπειμι παρὰ τὸν ἑταῖρον Κλεινίαν, ὅτι πυνθάνομαι χρόνου ἤδη ἀκάθαρτον εἶναι αὐτῷ τὴν γυναῖκα καὶ ταύτην νοσεῖν, ὅτι μὴ ῥεῖ. ὥστε οὐκέτι οὐδ' ἀναβαίνει αὐτήν, ἀλλ' ἄβατος καὶ ἀνήροτός ἐστιν → and now I depart for my companion, Cleinias since I have learned that for some time now his wife is unclean and she is ill because she does not flow, therefore he no longer sleeps with her but she is unavailable and untilled
English (LSJ)
ἡ, repetition of words, Pl.Phdr.267c.
Spanish (DGE)
-ας, ἡ repetición de palabras Pl.Phdr.267c.
German (Pape)
ἡ, das Zweimalsagen, Wiederholen eines Wortes; Plat. Phaedr. 267c, wo Einige auch an den Gebrauch zusammengesetzter Wörter denken; vgl. διπλοῦς.
Russian (Dvoretsky)
διπλᾰσιολογία: ἡ рит. повторение слова Plat.
Greek (Liddell-Scott)
διπλᾰσιολογία: ἡ, ἐπανάληψις λέξεων, Πλάτ. Φαίδρ. 267C.
Greek Monolingual
διαπλασιολογία, η (Α)
επανάληψη λέξεων ή φράσεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διπλάσιος + -λογία < -λογος < λέγω.