ενάργεια
From LSJ
Οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν ἐν ἀνθρώπῳ ὃ φάγεται καὶ ὃ πίεται καὶ ὃ δείξει τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀγαθὸν ἐν μόχθῳ αὐτοῦ (Ecclesiastes 2:24, LXX version) → What is good in a human is not what he eats and drinks and shows off to his soul as a benefit of his labor
Greek Monolingual
η (AM ἐνάργεια)
η αισθητοποίηση σκέψεων, εντυπώσεων, ιδεών κ.λπ. με ζωηρό ύφος, ζωηρή περιγραφή, διαύγεια, σαφήνεια εκφράσεως
αρχ.
1. καθαρότητα, σαφήνεια, ευκρίνεια
2. εναργής θέα, καθαρότητα παραστάσεως
3. οφθαλμοφάνεια, η ιδιότητα του ευκολοαπόδεικτου
4. (φιλοσ.) σαφής αντίληψη, κατανόηση.