Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθαρότητα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και καθαρότη, η (AM καθαρότης) καθαρός
1. η ιδιότητα του καθαρού, καθαριότητα
2. διαύγεια, αιθρία, λαμπεράδα (α. «καθαρότητα της ατμόσφαιρας» β. «ἧπερ ἀὴρ τε ὕδατος ἀφέστηκε καὶ αἰθὴρ ἀέρος πρὸς καθαρότητα», Πλάτ.)
2. (για μέταλλα κ.ά. ύλες)
η απουσία ξένων προσμίξεων, το αμιγές, το ανόθευτο
3. μτφ. διαύγεια στη σκέψη
4. αγνότητα συνείδησης, ψυχής, έλλειψη μιάσματος, απουσία μολύσματος, χρηστότητα, τιμιότητα
5. (για ύφος) σαφήνεια στην έκφραση τών νοημάτων, έλλειψη περιττών ή σκοτεινών σημείων, λιτότητα.