επιζεύγνυμι

From LSJ

ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν στῆθι καὶ ἄμπνυε → but you, stop now and catch your breath | but do thou now stand, and get thy breath

Source

Greek Monolingual

ἐπιζεύγνυμι και επιζευγνύω (Α)
1. συνδέω στην άνω πλευρά («τοὺς κίονας τοῖς ἐπιστυλίοις ἐπέζευξεν», Πλούτ.)
2. δένω σφιχτά
3. δένω (τον ζυγό)
4. συνάπτω
5. περιλαμβάνω, περικλείω
6. (το ουδ. μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) τὸ έπεζευγμένον
η ελάσσων πρόταση του διαζευκτικού συλλογισμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ζεύγνυμι «ζεύω»].