Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνδέω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: συνδέω Medium diacritics: συνδέω Low diacritics: συνδέω Capitals: ΣΥΝΔΕΩ
Transliteration A: syndéō Transliteration B: syndeō Transliteration C: syndeo Beta Code: sunde/w

English (LSJ)

   A bind or tie together, of two or more things, συνέδησα πόδας δεινοῖο πελώρου Od.10.168; σὺν δὲ πόδας χεῖράς τε δέον 22.189; οἶνος σ. πόδας χεῖράς τε γλῶσσάν τε νόον τε Hes.Fr.121; τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας Pl.Euthphr.4c; σ. γαύλους bind them together, side by side, Hdt.8.97, cf. Plb.1.22.9; δέλτον λύειν καὶ σ. fasten it up, E.IA110; act as binding material, ὁ συνδέων πηλός CPR232.17 (ii/iii A.D.):— Pass., τὰς χεῖρας συνεδέθησαν had their hands tied together, Demad.13; ἰσχία μὴ συνδεδεμένα flanks not well-knit, of dogs, X.Cyn.4.1, cf. Arist.Pr.873a33.    2 of persons, bind hand and foot, ὁππότε μιν ξυνδῆσαι Ὀλύμπιοι ἤθελον ἄλλοι Il.1.399, cf. Hdt.9.119, S.Aj.62, Ph. 1016, E.Cyc.238, etc.; λαγὼς αὐτὸς σ. ἑαυτόν entangles itself, X Cyr. 1.6.40:—Pass., συνδεδεμένος constrained, cramped, Philostr.Im.2.21.    b bind up a wound, σφενδόνῃ with . ., Il.13.599.    3 bind up with, combine closely, σάρκας ὀστοῖς Pl.Ti.84a, cf. 73b, Smp.202e, Tht.160b; also τι ἀπό τινος Luc.Syr.D.29; of parts growing together, Hp.Mul.1.40.    4 generally, bind together, unite, [ἰσότης] φίλους φίλοις πόλεις τε πόλεσι συμμάχους τε συμμάχοις σ. E.Ph.538; τὸ κοινὸν συνδεῖ τὰς πόλεις Pl.Lg.875a; ἡδονῆς καὶ λύπης κοινωνία συνδεῖ Id.R.462b; σ. καὶ συνέχειν Id.Phd.99c; σ. τινὰ πενίᾳ bind him to... Alciphr.3.49.    5 connect, opp. διαζευγνύω, A.D.Conj. 214.6, al.    II Med., σύνδησαι πέπλους gird up thy robes, E.Andr. 832 (lyr., Reiske for πέπλοις).    2 have things bound together, Ti. Locr.99a, Them.Or.4.59a.    3 unite themselves, form a union, πρὸς παίδων γέννησιν Pl.Plt.310b, cf. Betion ap.D.L.4.54.

German (Pape)

[Seite 1006] (s. δἐω), zusammenbinden, -fesseln; ὁππότε μιν ξυνδῆσαι Ὀλύμπιοι ἤθελον ἄλλοι, Il. 1, 399; von einer Wunde, verbinden, αὐτὴν δὲ ξυνέδησε σφενδόνῃ, Il. 13, 599; Od. 10, 168; τοὺς ζῶντας αὖ δεσμοῖσι συνδήσας βοῶν, Soph. Ai. 62; Phil. 1004; Ggstz λύειν, Eur. I. A. 110; ἣ φίλους ἀεὶ φίλοις συνδεῖ, Phoen. 541; u. in Prosa: ξυνδεῖν καὶ ξυνέχειν οὐδὲν οἴονται, Plat. Phaed. 99 c; καὶ ξυμπλέκειν, Polit. 309 b; συνδήσας τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ, Euthyphr. 4 c; Folgde, wie Plut., oft.

Greek (Liddell-Scott)

συνδέω: Ἀττ. ξυνδέω, μέλλ. -δήσω· -δένω ὁμοῦ, ἐπὶ δύο ἢ πλειόνων πραγμάτων, συνέδεσα πόδας δεινοῖο πελώρου Ὀδ. Κ. 168· σὺν δὲ πόδας χεῖράς τε δέον Χ. 189 οἶνος σ. πόδας χεῖράς τε γλῶσσάν τε νόον τε Ἡσ. Ἀποσπ. 43· τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας Πλάτ. Εὐθύφρων 4C· γαυλούς τε Φοινικηΐους συνέδεε Ἡρόδ. 8. 97, πρβλ. Πολύβ. 1. 22, 9· δέλτον λύειν καὶ σ. Εὐρ. Ι. Α. 110. ― Παθ., τὰς χεῖρας συνεδέθησαν Δημάδ. 180. 8· ἰσχία μὴ συνδεδεμένα, μὴ συνεσταλμένα, ἐπὶ κυνῶν, Ξεν. Κυν. 4, 1, πρβλ. Ἀριστ. Προβλ. 3. 16. 2) ἐπὶ προσώπων, δένω χεῖρας καὶ πόδας, ὁππότε μιν ξυνδῆσαι Ὀλύμπιοι ἤθελον ἄλλοι Ἰλ. Α. 399, πρβλ. Ἡρόδ. 9. 119, Σοφ. Αἴ. 62, Φιλ. 1016, Εὐρ., κλπ.· λαγὼς αὐτὸς σ. ἑαυτόν, περιπλέκει ἑαυτόν, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 40. ― Παθ., συνδεδεμένος, συμπεπλεγμένος, συνεσφιγμένος, Ἰακώψιος εἰς Φιλοστρ. Εἰκόν. σ. 522. β) δένω τραῦμα, σφενδόνῃ, διὰ σφενδόνης (ἴδε σφενδόνη ΙΙ, 1), Ἰλ. Ν. 599. 3) δένω μετά τινος, συνάπτω στενῶς, ἰσχυρῶς, τὴν ψυχὴν τῷ σώματι Πλάτ. Τίμ. 84A, πρβλ. 73Β, Συμπ. 202E, Θεαίτ. 160Β· ὡσαύτως, τι ἀπό τινος Λουκ. περὶ τῆς Συρ. Θεοῦ 29 4) καθόλου, συνδέω, ἑνώνω, ἰσότης φίλους φίλοις πόλεις τε πόλεσι ξ. Εὐρ. Φοίν. 538. τὸ κοινὸν ξυνδεῖ τὰς πόλεις Πλάτ. Νόμ. 875A· ἡδονῆς καὶ λύπης κοινωνία ξυνδεῖ ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 462Β· σ. καὶ συνέχειν ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 99C· σ. τινα πενίᾳ, δεσμεύω μὲ τὴν πενίαν, Ἀλκίφρων 3. 49. ΙΙ. Μέσ., σύνδησαι πέπλους, περίζωσαι τὰ ἐνδύματά σου, Εὐρ. Ἀνδρ. 832 (κοινῶς πέπλοις)· εἰ ἐπίπεδον εἴη τὸ συνδεόμενον Τίμ. Λοκρ. 99A, Θεμίστρ. 59A. 2) συνδέομαι ἀμοιβαίως μετ’ ἄλλων, ἀποτελῶ σύνδεσμον ἢ ἕνωσιν, Πλάτ. Πολιτ. 310Β.

French (Bailly abrégé)

f. συνδήσω, ao. συνέδησα, pf. συνδέδεκα, etc.
lier ensemble, acc. ; abs. lier, unir (par amitié).
Étymologie: σύν, δέω.

English (Autenrieth)

aor. -έδησα: bind together, bind fast, bind up.

Spanish

atar junto con

English (Strong)

from σύν and δέω; to bind with, i.e. (passively) be a fellow-prisoner (figuratively): be bound with.

English (Thayer)

in Greek authors from Homer down;
1. to tie together, to bind together.
2. to bind or fasten on all sides.
3. to bind just as (i. e. jointly with) another: perfect passive participle ὡς συνδεδεμένοι, as fellow-prisoners (A. V. as bound with them), συνδεδεμενος τῷ ὀινοχόω, Josephus, Antiquities 2,5, 3).

{{grml |mltxt=ΝΜΑ, και αττ. τ. ξυνδέω Α [[δέω (II) / δένω
1. ενώνω, δένω μαζί δύο ή περισσότερα πράγματα με σκοπό τη συγκράτησή τους
2. συνάπτω πνευματικούς, ψυχικούς ή άλλους δεσμούς ή και συμφέροντα με κάποιον (α. «τους συνδέει στενή φιλία» β. «τὸ μὲν γὰρ κοινὶν ξυνδεῑ, τὸ δὲ ἴδιον διασπᾷ τὰς πόλεις», Πλάτ.)
3. συναρμολογώ (α. «συνδέω τα ελατήρια της μηχανής» β. «τοῑς μὲν χυτοῑς χρὴ τὰ οικοδομήματα συνδεῑν», Πολυδ.)
νεοελλ.
συσχετίζω, αλληλεξαρτώ («μη συνδέεις τα γεγονότα, είναι τελείως διαφορετικά»)
αρχ.
1. (σχετικά με πρόσ.) δένω χειροπόδαρα
2. (για ζώο) μπλέκομαι στα δίχτια και έτσι συλλαμβάνομαι
3. γραμμ. συνδέω τους όρους μιας πρότασης ή μιας περιόδου
4. (απλώς) δένω
5. είμαι ή αποτελώ συνεκτική ύλη («τὸν συνδέοντα πηλόν», πάπ.)
6. περιβάλλω κάτι με επίδεσμο
7. μτφ. εμποδίζω, περιορίζω την ελευθερία τών κινήσεων κάποιου
8. (μέσ. και παθ.) συνδέομαι
α) ζώνομαι («τέκτον, κάλυπτε στέρνα σύνδησαι πέπλους», Ευρ.)
β) βρίσκομαι στη φυλακή, είμαι φυλακισμένος
γ) έχω ή κρατώ δεμένα μαζί δύο ή περισσότερα πράγματα
δ) (φιλοσ.) επικοινωνώ με το θείο, βρίσκομαι σε κοινωνία με τον θεό
9. (η μτχ. αρσ. παθ. παρακμ.) συνδεδεμένος
ζαρωμένος
10. φρ. «συνδέειν τι ἀπό τινος» — το να αναρτά, κρεμά κανείς κάτι από κάπου χρησιμοποιώντας δεσμό («ξύλα καὶ εἵματα και σκεύεα ἀπὸ τῶν ἕδρην συνδέων ὁκοίην καλιὴν ἱζάνει», Λουκιαν.). }}

Greek Monotonic

συνδέω: Αττ. ξυν-δέω, μέλ. -δήσω,
I. 1. δένω ή συσφίγγω μαζί, λέγεται για δύο ή περισσότερα πράγματα, συνέδησα πόδας, σε Ομήρ. Οδ.· τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας, σε Πλάτ.· δέλτον συνδέω, στερεώνω, συνενώνω τις πινακίδες, σε Ευρ. — Παθ., ἰσχία μὴ συνδεδεμένα, ισχία, λαγόνες που δεν έχουν συσταλεί, λέγεται για σκύλους, σε Ξεν.
2. λέγεται για πρόσωπα, δένω χειροπόδαρα, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.
3. δένω, επιδένω ένα τραύμα, σε Ομήρ. Ιλ.
4. γενικά, δένω μαζί, συνενώνω, σε Ευρ., Πλάτ.
II. Μέσ., σύνδησαι πέπλους, δέσε με ζώνη τα φορέματά σου, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

συνδέω:
1) связывать (τινα Hom., Her., Soph., Eur.; τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας Plat.): σ. ἑαυτόν Xen. запутываться (в сетях); οἱ συνδεδεμένοι NT узники;
2) перевязывать (δέλτον Eur.): σ. οἰὸς ἀώτῳ Hom. перевязывать (раненую руку) овечьей шерстью; συνδεῖσθαι πέπλους Eur. подпоясываться; συνδεδεμένος τὸ σῶμα Arst. с худым телом, поджарый;
3) соединять (τί τινι Plat., Arst., τι πρός τι Arst. и τι ἀπό τινος Luc.): ξυνδεῖσθαι πρός τι Plat. вступать в союз для какой-л. цели.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνδέω [σύν, 1 δέω] ook in tmes. act. samenbinden, aan elkaar binden:; σύν … πόδας χεῖρας τε δέον ze bonden zijn voeten en handen aan elkaar Od. 22.189; verbinden; met acc. en dat. iets met iets:; τὸ σάρκας ὀστοῖς συνδοῦν dat wat vlees met botten verbindt Plat. Tim. 84a; overdr.. τὸ κοινὸν συνδεῖ τὰς πόλεις het gemeenschappelijke (belang) verbindt stadstaten Plat. Lg. 875a. vastbinden; van kleding vastmaken (met een band of gordel); Eur. Andr. 832; van een wond verbinden. Il. 13.599. med. zich verbinden, een verbintenis aangaan. Plat. Plt. 310b.

Middle Liddell

attic ξυν-δέω fut. -δήσω
I. to bind or tie together, of two or more things, συνέδησα πόδας Od.; τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας Plat.; δέλτον ς. to fasten up the tablets, Eur.:—Pass., ἰσχία μὴ συνδεδεμένα flanks not drawn up, of dogs, Xen.
2. of persons, to bind hand and foot, Il., Hdt., etc.
3. to bind up a wound, Il.
4. generally, to bind together, unite, Eur., Plat.
II. Mid., σύνδησαι πέπλους gird up thy robes, Eur.

Chinese

原文音譯:sundšw 尋-得哦
詞類次數:動詞(1)
原文字根:共同-捆綁
字義溯源:同受捆綁;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(δέω)*=捆綁)組成
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 同受捆綁(1) 來13:3