καρποφορώ

From LSJ
Revision as of 07:21, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (19)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ → One swallow does not a summer make

Aristotle, Nicomachean Ethics, 1098a18

Greek Monolingual

(AM καρποφορῶ, -έω) καρποφόρος
1. παράγω καρπό, είμαι καρποφόρος
2. φέρω αποτέλεσμα, τελεσφορώ («καρποφόρησαν τα λόγια μου»)
μσν.
1. αποκομίζω καρπούς («ἵνα ὁ ἄνθρωπος τὰς ἐντολὰς κυρίου καρποφορῇ»)
2. κερδίζω, αποκτώ
μσν.-αρχ.
κάνω προσφορές, προσφέρω.