χάδι

From LSJ
Revision as of 12:51, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (46)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

μὴ τὴν ὄψιν καλλωπίζου, ἀλλ' ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἴσθι καλός → Don't beautify your face, but be beautiful in your habits (Thales, in Diog. Laertius 1.37)

Source

Greek Monolingual

το / χάδιν, ΝΜ, και χάιδι και ποιητ. τ. χάιδιο Ν
1. ελαφρό άγγιγμα με το χέρι, ως εκδήλωση αγάπης, στοργής, τρυφερότητας, χάιδεμα, θωπεία
2. τρυφερή περιποίηση, κολακευτικό καλόπιασμα («του έκανε πολλά χάδια και τον κατάφερε»)
3. νάζι, ακκισμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. χάδι έχει προέλθει από τη λ. ήχος, μέσω ενός αμάρτυρου μσν. υποκορ. ἠχάδι(ο)ν με σημ. «τραγουδάκι, θωπευτικό τραγούδι, κανάκεμα», με σίγηση του αρκτικού άτονου -η-, ενώ ο τ. χάιδι < τοϊχάδι με μετάθεση του -ι- < τὸ ἠχάδι(ο)ν με συνεκφορά του άρθρου].