ὑψοῦ

From LSJ
Revision as of 12:52, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (44)

ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω → no one ignorant of geometry may enter, let no one ignorant of geometry enter, let no one ignorant of geometry come in

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑψοῦ Medium diacritics: ὑψοῦ Low diacritics: υψού Capitals: ΥΨΟΥ
Transliteration A: hypsoû Transliteration B: hypsou Transliteration C: ypsoy Beta Code: u(you=

English (LSJ)

Adv., (ὕψος)

   A high, νῆα . . ἔρυσσαν ὑ. ἐπὶ ψαμάθοις Il.1.486; ὑ. δ' ἐν νοτίῳ τήν γ' ὅρμισαν [νῆα] out from the beach, Od.4.785, 8.55; τῆς πόλιος . . ἐκκεχωσμένης ὑ. having the soil raised to a great height, Hdt.2.138; ὑ. πατεῖν Pi.O.1.115, cf. P.10.70, B.5.18; ὑ. κρέμασθαι Hermipp.55 (anap.); ὑ. φέρεσθαι Anaxil.22.30.    II metaph., ἐξάρας με ὑ. having praised me highly, Hdt.9.79; ὑ. αἴρειν θυμόν S.OT914. Cf. ὑψόσε.

Greek (Liddell-Scott)

ὑψοῦ: Ἐπίρρ., (ὕψος) ὑψηλά, ἐν ὕψει, ἄνω, νῆα μέν… ἐπ’ ἠπείροιο ἔρυσσαν ὑψοῦ ἐπὶ ψαμάθοις Ἰλ. Α. 486, Ὀδ. Δ. 785, κ. ἀλλ. (ἴδε ἐν λέξ. νότιος)· τῆς πόλιος… ἐκκεχωσμένης ὑψοῦ, τοῦ ἐδάφους ὑψωθέντος εἰς μέγα ὕψος, Ἡρόδ. 2. 138· ὑψοῦ πατεῖν Πινδ. Ο. 1. 184, πρβλ. Π. 10. 109· Χία δὲ κύλιξ ὑψοῦ κρέμαται περὶ πασσαλόφιν Ἕρμιπ. ἐν «Στρατιώταις» 3· «οἱ δὲ ἐρᾶσθαι προσδοκῶντες εὐθύς εἰσιν ἠρμένοι, καὶ φέρονθ’ ὑψοῦ πρὸς αἴθραν» Ἀναξίλας ἐν «Νεοττίδι» 1. 30. ΙΙ. μεταφορ., ὑψοῦ ἐξᾶραί τι, ἐπαινέσαι τι μεγάλως, Ἡρόδ. 9. 79· ὑψοῦ αἴρειν θυμὸν Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 914 ― Πρβλ. ὑψόσε.

French (Bailly abrégé)

adv.
en haut.
Étymologie: ὕψος.

English (Autenrieth)

aloft, on high; of moving a shipfar out’ in the roadstead, Od. 4.785.

English (Slater)

ὑψοῡ met.,
   1 on high εἴη σέ τε τοῦτον ὑψοῦ χρόνον πατεῖν (O. 1.115) ἀδελφεοῖσί τ' ἐπαινήσομεν ἐσλοῖς, ὅτι ὑψοῦ φέροντι νόμον Θεσσαλῶν αὔξοντες (P. 10.70)

Greek Monolingual

Α
επίρρ.
1. σε ύψος, πάνω, ψηλά («νῆα μὲν... ἐπ' ἠπείροιο ἔρυσσαν ὑψοῡ ἐπὶ ψαμάθοις», Ομ. Ιλ.)
2. μτφ. υπερβολικά («ἐξαείρας γὰρ με ὑψοῡ καὶ τὴν πάτρην καὶ τὸ ἔργον», Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕψι «ψηλά» + επιρρμ. κατάλ. -οῦ (πρβλ. τηλ-οῦ].