φόρα

From LSJ
Revision as of 13:00, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (45)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Ἐχθροὺς ἀμύνου μὴ ‘πὶ τῇ σαυτοῦ βλάβῃ → Ulciscere hostem, non tamen damno tuo → Die Feinde wehre ohne Schaden für dich ab

Menander, Monostichoi, 152

Greek Monolingual

(I)
Ν
επίρρ. (κυρίως φρ.) α) «τά βγάζω στη φόρα [ή στα φόρα]» και «βγάζω τ' άπλυτα στη φόρα» — αποκαλύπτω μυστικά, συνήθως επιλήψιμα
β) «φόρα το μαχαίρι» και «φόρα το κουμπούρι του» — έβγαλε το μαχαίρι ή το κουμπούρι του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. forum «αγορά» (πρβλ. φόρος)].———————— (II)
η, Ν
1. ορμή, δύναμη (α. «φυσάει τ' αεράκι μ' ανάλαφρη φόρα», Μαβίλ.
β. «έπεσε πάνω του με φόρα»)
2. (ιδίως σχετικά με αθλητή) προπαρασκευαστική κίνηση για ρίψη ακοντίου ή σφαίρας ή για άλμα, παλμός («πήρε πολλή φόρα και έριξε το ακόντιο πολύ μακριά»)
3. φρ. «πήρε φόρα» — λέγεται γι' αυτόν που μιλάει ακατάσχετα ή κάνει κάτι άλλο χωρίς να σταματά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φορά, με αναβιβασμό του τόνου].