Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακόντιο

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το (Α ἀκόντιον) ἄκων Ι]
1. μικρό δόρυ που αποτελείται από ξύλινο στέλεχος και σιδερένια αιχμή, μέσο επιθετικό ή για άσκηση
2. το αγώνισμα της ρίψης του ακοντίου, ακόντισμα, ακοντισμός.