Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άλμα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

(I)
ἄλμα, το (Α)
άλσος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Συνώνυμο της αρχ. λ. ἄλσος. Ετυμολογικά συνδέεται με ρίζα αλ- «τρέφω», πρβλ. και ἀλδαίνω, ἀλθαίνω.
(II)
το (Α ἅλμα)
το πήδημα, ειδικά ως αγωνιστικό άθλημα
νεοελλ.
1. απότομη μετάβαση από μια κατάσταση σε άλλη
2. το απότομο, δίχως ενδιάμεσο σταθμό, πέρασμα του λόγου, της σκέψεως ή της φαντασίας από ένα σημείο σε άλλο
αρχ.
1. πήδημα, αναπήδημα
2. πέσιμο από ψηλά
3. (για την καρδιά) παλμός, σφυγμός
4. (για τα έμβρυα) σκίρτημα
5. η τροχιά του κομήτη (παιγνίδι με πεσσούς επάνω σε άβακα χωρισμένο σε 256 τετραγωνίδια).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἅλλομαι.
ΠΑΡ. αρχ. ἁλματίας
νεοελλ.
αλματικός, αλματώδης].