χειρονομέω

From LSJ
Revision as of 23:35, 29 June 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+), ([\w]+)<\/b>" to "$1, $2")

Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον → For God so loved the world that he gave his only begotten Son that whosoever believeth in him should not perish but have everlasting life (John 3:16)

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χειρονομέω Medium diacritics: χειρονομέω Low diacritics: χειρονομέω Capitals: ΧΕΙΡΟΝΟΜΕΩ
Transliteration A: cheironoméō Transliteration B: cheironomeō Transliteration C: cheironomeo Beta Code: xeironome/w

English (LSJ)

   A gesticulate with the hands, X.Smp.2.19, D.C.36.30, τοῖσι σκέλεσι ἐχειρονόμησε, of one standing on his head, Hdt.6.129; χειρονομοῦντα volanticultello, flourishing the knife, of an expert carver, Juv.5.121.    II practise shadow-boxing, Thrasym.Fr.4, Pl.Lg. 830c, Plu.2.747b.

German (Pape)

[Seite 1346] die Hände nach einer gewissen Regel beim Tanzen od. Fechten bewegen, bes. um dadurch Etwas auszudrücken, durch Gebehrden, Winke zu verstehen geben, gesticuliren; Xen. Conv. 2, 19; auch σκέλεσι χειρονομεῖν, Her. 6, 129. – Uebh. = σκιαμαχέω, Plat. Legg. VIII, 830 c.

Greek (Liddell-Scott)

χειρονομέω: κινῶ τὰς χεῖρας παντομιμικῶς, κάμνω χειρονομίας, Ξεν. Συμπ. 2. 19, πρβλ. Δίωνα Κάσσ. 36. 13· τοῖς σκέλεσι χειρονομεῖν, ἐπὶ ἀνθρώπου ἱσταμένου ἐπὶ τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς καὶ κινοῦντος τὰ σκέλη εἰς τὸν ἀέρα, Ἡρόδ. 6. 129, πρβλ. Πλούτ. 2. 867Β, Πολυδ. Β΄, 152. ΙΙ. ἐπὶ πυγμάχου, κινῶ τὰς χεῖρας κατὰ διαφόρους τρόπους, ὡς τὸ σκιαμαχέω, Πλάτ. Νόμ. 830C, Πλούτ. 2. 747Β, Ἀθήν. 416Α.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
mouvoir les mains ou les bras en cadence, particul. :
1 t. de danse gesticuler en cadence avec les mains ou les bras ; p. ext. avec les jambes;
2 t. de pugilat manœuvrer de manière à fatiguer son adversaire en se bornant à parer les coups.
Étymologie: χείρ, νέμω.

Greek Monotonic

χειρονομέω: μέλ. -ήσω, κινώ τα χέρια μου με φιγούρες παντομίμας, κάνω χειρονομίες, σε Ξεν.· τοῖσι σκέλεσι χειρονομεῖν, λέγεται για κάποιον που στέκεται πάνω στο κεφάλι του, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

χειρονομέω:
1) делать руками жесты, жестикулировать Xen., Plat., Plut.;
2) двигать, шевелить (σκέλεσι Her., Plut.).

Middle Liddell

χειρο-νομέω, fut. -ήσω
to move the hands in pantomimic gestures, to gesticulate, Xen.; τοῖς σκέλεσι χειρονομεῖν, of one standing on his head, Hdt.