Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάμνω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κάμνω Medium diacritics: κάμνω Low diacritics: κάμνω Capitals: ΚΑΜΝΩ
Transliteration A: kámnō Transliteration B: kamnō Transliteration C: kamno Beta Code: ka/mnw

English (LSJ)

fut. κᾰμοῦμαι, καμῇ, A.Eu.881, S.Tr.1215;

   A καμεῖται Il.2.389, Pl.Lg.921e; Ep. inf. -έεσθαι A.R.3.580: aor. 2 ἔκᾰμον, Ep. κάμον Il.4.187,al.; inf. καμεῖν, Ep. subj. redupl. κεκάμω, κεκάμῃσι, κεκάμωσιν, Il.1.168, 17.658, 7.5 (but Aristarch. read κε κάμω, etc., prob. rightly): pf. κέκμηκα Il.6.262, etc.: plpf. ἐκεκμήκεσαν Th.3.98; Ep. part. κεκμηώς, κεκμηῶτι, κεκμηῶτα, Il.23.232, 6.261, Od.10.31; κεκμηότας Il.11.802; κεκμηῶτας is v.l. for κεκμηκότας in Th.3.59:— Med., aor. 2 ἐκᾰμόμην Od.9.130, Ep. καμ- Il.18.341.    I trans., work, μίτρη, τὴν Χαλκῆες κάμον ἄνδρες wrought it, 4.187,216; ἐπεὶ πάνθ' ὅπλα κάμε 18.614; σκῆπτρον... τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε τεύχων 2.101, cf. 8.195; κ. νῆας Od.9.126; πέπλον Il.5.338, cf. Od.15.105; ἵππον 11.523; λέχος 23.189; ἄστυ build, A.R.1.1322: also in aor. Med., ἱρόν Id.2.718.    2 aor.Med., win by toil, τὰς (sc. γυναῖκας) αὐτοὶ καμόμεσθα βίηφί τε δουρί τε μακρῷ Il.18.341.    3 aor.Med., labour, till, οἵ κέ σφιν καὶ νῆσον… ἐκάμοντο Od.9.130; οἴκους Philet.8.    II intr., toil, labour, τινι for one, Od.14.65; ὑπὲρ τῆς πόλεως Th.2.41: then, from the effect of continued work, to be weary, ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει Il.6.261, cf. 11.802: with acc. of the part, οὐδέ τι γυῖα… κάμνει nor is he weary in limb, 19.170, etc.; περὶ δ' ἔγχεϊ Χεῖρα καμεῖται 2.389; ὁ δ' ἀριστερὸν ὦμον ἔκαμνεν 16.106: freq. c. part., κ. πολεμίζων, ἐλαύνοντες, ἐρεθίζων, is weary of fighting, rowing, etc., 1.168, 7.5, 17.658, etc.; οὐ μέν θην κάμετον… ὀλλῦσαι Τρῶας 8.448; ἔκαμον δέ μοι ὄσσε πάντῃ παπταίνοντι Od.12.232; but οὐδέ τι τόξον δὴν ἔκαμον τανύων I did not long strain over stringing the bow, i.e. did it without effort, 21.426, cf. Il.8.22: later freq. with neg., οὔτοι καμοῦμαι… λέγουσα I shall never be tired of saying, A.Eu.881; μὴ κάμῃς λέγων E.IA1143; οὐκ ἂν κάμοιμι τὰς κακὰς κτείνων Id.Or.1590; οὔποτε κάμοιμ' ἂν ὀρχουμένη Ar.Lys.541 (lyr.); κ. εὐεργετῶν, ἐπαινῶν, Pl.Grg.470c,Lg.921e: c. dat., κ. δαπάναις to grow tired in spending, spare expense, Pi.P.1.90.    2 to be hard-pressed, worsted, in battle or contest, ib.1.78,80; τὸ κάμνον στρατοῦ E.Supp. 709.    3 to be sick or suffering, τί πάσχεις; τί κάμνεις; Ar.Nu.708; οἱ κάμνοντες the sick, Hdt.1.197, cf. S.Ph.282, And.1.64, Pl.R.407c, Ep.Jac.5.15, etc.; of a doctor's patients, Hp.Acut.1, D.18.243, SIG943.10 (Cos); καμοῦσα ἀπέθανε having fallen sick, And.1.120: c. acc. cogn., κάμνειν νόσον E.Heracl.990, Pl.R.408e; [τὴν ποδάγραν] v.l. in Arist.HA604a23; τοὺς ὀφθαλμούς Hdt.2.111; τὰ σώματα to be ill or distempered in body, Pl.Grg.478a; ὠσίν τε κὤμμασιν Herod.3.32; πάθᾳ Pi.P.8.48; νοσήμασι Arist.HA603a30; ἀπὸ τοῦ τραύματος Luc.Tox.60; ὑπὸ νόσου Hdn.3.14.2.    4 generally, to be distressed, meet with disaster, στρατοῦ καμόντος A.Ag.670; τῷ πεποιημένῳ κ. μεγάλως Hdt.1.118, cf. A.Ag.482 (lyr.), E.Med.1138, HF293; οὐ καμῇ τοὐμὸν μέρος wilt not have to complain... S.Tr. 1215; κ. ἔν τινι E.Hec.306, IA966; of a ship, νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι A.Th.210: c. acc. cogn., οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης not having borne an equal share of grief, S.El.532.    5 in aor. part., of the dead, i. e. either outworn, or those whose work is done, or those who have met with disaster, οἳ ὑπένερθε καμόντας ἀνθρώπους τίνυσθον Il.3.278, cf.Theoc.17.49; βροτῶν εἴδωλα καμόντων Od.11.476; εἴδωλα κ. 24.14, Il.23.72, cf. A.Supp.231, etc.: also in pf. part. in Trag. and Prose, κεκμηκότες S.Fr.284, E.Supp.756, Th.3.59, Pl.Lg.718a, 927b, Arist.EN1101a35; ἱερὰ τῶν κ. E.Tr.96; also in the finite Verb, ὅπη ἄνθρωπος ἔκαμε Berl.Sitzb. 1927.158 (Cyrene).--The pf. is always intr. (Cf. Skt. śamnīte 'work hard', 'serve zealously', śamitár- 'sacrificing priest', Gr. εἰρο-κόμος, κομέω, κομίζω.)

German (Pape)

[Seite 1317] aor. ἔκαμον, καμεῖν, fut. καμοῦμαι, καμεῖται Il. 2, 389, οὐ καμεῖ τοὐμὸν μέρος Soph. Trach. 1205 ist 2. Person, perf. κέκμηκα, z. B. Il. 6, 262, davon partic. sync. κεκμηώς, Il. 23, 232, κεκμηῶτι, κεκμηῶτα, 6, 261 Od. 10, 31, auch κεκμηότας, Il. 11, 802; bei Thuc. 3, 59 ist die Lesart der meisten mss. κεκμηῶτας für κεκμηκότας; im aor. hat Hom. auch die reduplleirte Form κεκάμω, Il. 1, 168, κεκάμῃσι 12, 658, κεκάμωσι 7, 5; da aber diese Conj. immer nach ἐπεί stehen, schreibt Bekker ἐπεί κε κάμω u. s. w.; κεκαμών führt Gregor. Cor. als ionisch an p. 461; – 1) sich müde arbeiten, müde werden, ermüden; οὐδέ τι γυῖα πρὶν κάμνει, πρὶν πάντας ἐρωῆσαι πολέμοιο, er ermüdet nicht an den Gliedern, Il. 19, 169; μάλα γὰρ κάμε φαίδιμα γυῖα 23, 63; περὶ δ' ἔγχει χεῖρα καμεῖται 2, 389; ὦμον 16, 106, ihm ward die Schulter matt; 11, 801 ἀκμῆτες den κεκμηότες entggstzt; cum partic., ἐπεὶ κάμε δακρυχέουσα, da sie vom Weinen müde war, 24, 613, wie οὐδέ τι τόξον δὴν ἔκαμον τανύων, ich mühte mich nicht lange ab, den Bogen zu spannen, ich spannte ihn ohne Anstrengung, Od. 21, 426; ἐπεί κε κάμωσιν ἐλαύνοντες, wenn sie müde geworden sind zu rudern, Il. 7, 5, vgl. 17, 658. So auch Folgde, οὔτοι καμοῦμαί σοι λέγουσα τἀγαθά, ich werde nicht müde werden, dir Gutes zu rathen, Aesch. Eum. 841, vgl. 868; οὐκ ἂν κάμοιμι τὰς κακὰς κτείνων Eur. Or. 1590; οὔποτ' ἂν κάμοιμ' ὀρχουμένη, ich werde vom Tanzen nicht müde, ich werde nicht müde zu tanzen, Ar. Lys. 541; in Prosa, μὴ κάμῃς φίλον ἄνδρα εὐεργετῶν Plat. Gorg. 470 c, laß dich's nicht verdrießen, thue es unverdrossen; ὁ νόμος αὐτὸν ἐπαινῶν οὔποτε καμεῖται Legg. XI, 921 e. Anders Xen. An. 3, 4, 47 ἐγὼ δὲ χαλεπῶς κάμνω τὴν ἀσπίδα φέρων, ich ermatte unter der Last des Schildes; ἔκαμον δέ μοι ὄσσε πάντη παπταίνοντι Od. 12, 232; von Pferden Il. 4, 27. – Sich anstrengen, sich's sauer werden lassen, Il. 8, 448, vgl. 22. – Pind. πολεμίων ἀνδρῶν καμόντων, in der Schlacht den Kürzern ziehen, P. 1, 80; θυμῷ Ol. 2, 9; δαπάναις, müde werden im Aufwande, die Kosten sparen, P. 1, 90; στρατοῦ καμόντος, erliegen, Aesch. Ag. 656 (vgl. Eur. Suppl. 709); νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι, wie auch wir sagen »wenn das Schiff gegen die Wogen arbeitet«, Spt. 192; Soph. El. 522; οἱ γὰρ εὐγενεῖς κάμνουσι τοῖς αἰσχροῖσι τῶν τέκνων ὕπερ, strengen sich an, unterziehen sich der Gefahr, Eur. Herc. Fur. 293; – δεῖ μηδαμῇ κάμνειν τὸν νομοθέτην, er darf nicht müde werden, Plat. Legg. X, 890 d. – Gew. krank und schwach werden, sein, leiden, Ar. Th. 405, vgl. οὐδ' ὅστις νόσου κάμνοντι συλλάβοιτο Soph. Phil. 282; Plat. Gorg. 477 d u. öfter; ἀνδράποδον κάμνον φθόῃ Legg. XI, 916 a; κάμνον σῶμα ἰατρικῆς καθάρσεως τυχόν ib. I, 628 d; τοὺς κάμνοντας τὰ σώματα Gorg. 478 a; εἰ πάσας νόσους κάμοιεν Rep. III, 408 e; Eur. Ἥρα με κάμνειν τήνδ' ἔθηκε τὴν νόσον Heracl. 990; Sp., νοσήμασι κάμνουσι τρισί, sie leiden an drei Krankheiten, Arist. H. A. 8, 21; τὴν ποδάγραν 8, 24; im Ggstz von ὑγιαίνω, gen. et interit. 1, 3 A; καμάτους κάμνειν Hdn. 3, 6, 7; ὑπὸ τῆς νόσου κάμνειν 3, 14, 4. – Bei Xen. An. 4, 5. 17 u. öfter = schwach, marode sein, οἱ καμόντες, die Müden. – Uebertr., ἀλλαγᾷ λόγου καμεῖν, an der Aenderung der Rede kranken, Aesch. Ag. 469; οἵπερ σοῖς ἐκάμνομεν κακοῖς Eur. Med. 1138; τῷ πεποιημένῳ ἔκαμνον μεγάλως Her. 1, 118; ἐν τῷδε κάμνουσιν αἱ πολλαὶ πόλεις, daran kranken die meisten Staaten, das ist ihre Schwäche, Eur. Hec. 306; ἐν τῷδ' ἔκαμνε νόστος I. A. 966; ὃ κάμνει τοῦ λόγου μάλιστά σοι Ion 363. – Bes. sind οἱ καμόντες od. οἱ κεκμηκότες die Todten, entweder weil sie des Lebens Last und Mühe getragen und nun ausgelitten haben, oder mit Buttm. Lexil. II p. 237 die Ermüdeten, Entkräfteten euphemistisch für θανόντες; βροτῶν εἴδωλα καμόντων Od. 11, 475, vgl. 24, 14; Ζεὺς ἄλλος ἐν καμοῦσιν Aesch. Suppl. 228, vgl. 149; Eur. Suppl. 756 Tr. 96 (wo man es auch für die dii manes der Römer erkl.); ἐπικαλούμεθα τοὺς κεκμη κότας Thuc. 3, 59; τὰς τῶν κεκμηκότων ψυχάς Plat. Legg. XI, 927 b; Sp., εἰσὶ καμοῦσιν ὡς ζῳοῖς ἀρχαὶ συμφορέων ἕτεραι Crinag. 34 (IX, 81). – 2) trans., nur im aor., mit Mühe u. Anstrengung arbeiten, verfertigen, bes. von künstlichen Metallarbeiten; αὐτὰρ ἐπεὶ πάνθ' ὅπλα κάμε Il. 18, 613; κάμε τεύχων 2, 101. 8, 195; πέπλοι, οὓς κάμεν αὐτή Od. 15, 105; ἄστυ Ap. Rh. 1, 1322. – Im aor. med. = sich erwerben, durch Anstrengung erlangen; τὰς αὐτοὶ καμόμεσθα βίηφί τε δουρί τε μακρῷ Il. 18, 341; νῆσον ἐκάμοντο Od. 9, 130; οἴκους ἐκάμοντο Philet. 7; ἱρόν, ὅ ῥ' ἐκάμοντο, sich erbauen, Ap. Rh. 2, 718.

Greek (Liddell-Scott)

κάμνω: ἐκτεταμένος τύπος ἐκ τῆς √ΚΑΜ, ἥτις φαίνεται ἐν τῷ μέλλ. καὶ ἀορ.: μέλλ. κᾰμοῦμαι, κακεῖ Σοφ. Τρ. 1215· καμεῖται Ἰλ. Β. 389, Αἰσχύλ.· Ἐπικ. ἀπαρ. -έεσθαι Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 580: ἀόρ. β΄ ἔκᾰμον, ἀπαρ. καμεῖν, Ἐπικ. ὑποτακτ. μετ’ ἀναδιπλ. κεκάμω, κεκάμῃσι, κεκάμωσι Ἰλ. Α. 168, Η. 5, Ρ. 658 (ἔνθα ὁ Ἀρίσταρχ. ἀνεγίνωσκε: κε κάμω, κτλ.): πρκμ. κέκμηκα Ἰλ. Ζ. 262, Ἀττ.· ὑπερσ. ἐκεκμήκεσαν Θουκ. 3. 98· Ἐπικ. μετοχ. κεκμηώς, κεκμηῶτι, κεκμηῶτα Ἰλ. Ψ. 232, Ζ. 261, Ὀδ. Κ. 31· κεκμηότας Ἰλ. Λ. 802· τὸ δὲ κεκμηῶτα, ἐν Θουκ. 3. 59 εἶναι πιθαν. σφάλμα ἀντὶ κεκμηκότας. -Μεσ., ἀόρ. ἐκᾰμόμην Ὀδ. Ι. 130, καμόμεσθα Ἰλ. Σ. 341. Ι. μεταβ., κατασκευάζω τι μετὰ κόπου, κάμνω, ἐπὶ ἔργου τοῦ χαλκέως ἢ σιδηρουργοῦ, ζῶμά τε καὶ μίτρη τὴν χαλκῆες κάμον ἄνδρες, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν ἄνδρες χαλκουργοί, Ἰλ. Δ. 187, 216· ἐπεὶ πάνθ’ ὅπλα κάμε, ὅτε κατεσκεύασε πάντα τὰ ὅπλα, Σ. 614· σκῆπτρον.., τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε τεύχων Β. 101, πρβλ. Θ. 195· ὡσαύτως, οὐδ’ ἄνδρες νηῶν ἔνι τέκτονες, οἵ κε κάμοιεν νῆας ἐϋσσέλμους Ὀδ. Ι. 126· πέπλου, ὅν αἱ Χάριτες κάμον αὐταὶ Ἰλ. Ε. 338, πρβλ. Ὀδ. Ο. 105· ὅτ’ εἰς ἵππον κατεβαίνομεν, ὅν κάμ’ Ἐπειὸς Λ. 523· Λέχος Ψ. 189. 3) κατὰ μέσ. ἀόρ., διὰ κόπου κτῶμαι τι, τὰς (δηλ. γυναῖκας) αὐτοὶ καμόμεσθα βίηφί τε δουρί τε μακρῷ Ἰλ. Σ. 341. 3) ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, ἐργάζομαι, καλλιεργῶ μετὰ κὸπου, οἵ κέ σφιν καὶ νῆσον.. ἐκάμνοντο Ὀδ. Ι. 130· ἱρὸν.., ὅ ῥ’ ἐκάμοντο Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 718, πρβλ. Φιλητ. 7. Ὅτι αὕτη ἦτο ἡ πρώτη σημασία ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ὁμιλουμένης Ἑλληνικῆς, ἐν ᾗ μεγίστη γίνεται χρῆσις τοῦ κάμνω ἐπὶ ταύτης τῆς σημασίας. Περὶ τῆς χρήσεως τοῦ ῥήματος τούτου ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἑλληνικῇ καὶ τῶν ποικίλων ἐξ αὐτοῦ φράσεων, ἴδε Κοραῆ Ἄτακτα τόμ. Β΄, σ. 172 κἑξ. ΙΙ. ἀμεταβ., ἐργάζομαι, κοπιάζω, ὑπέρ τινος Θουκ. 2. 41: -ἀκολούθως, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος συνεχοῦς ἐργασίας, κουράζομαι, ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει, «ἀνδρὶ δὲ κακοπιακότ. τὴν δύναμιν μεγάλως αὔξει ὁ οἶνος» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Ζ. 261, πρβλ. Λ. 802· οὐδ’ εἰ μάλα πολλὰ κάμοιτε Θ. 22· τινι, ὅς οἱ πολλά κάμῃσι, θεὸς δ’ ἐπὶ ἀέξῃ Ὀδ. Ξ. 65· μετ’ αἰτ. τοῦ μέρους καθ’ ὅ τις αἰσθάνεται κόπωσιν, οὐδέ τι γυῖα.. κάμνει, οὔτε αἰσθάνεται κόπον εἰς τὰ μέλη του, Ἰλ. Τ. 170, κτλ.· περὶ δ’ ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται Ἰλ. Β. 389· ὁ δ’ ἀριστερὸν ὦμον ἔκαμνεν Π. 106· - ὡσαύτως συχνότατα μετὰ μετοχ., κάμνει πολεμίζων, ἐλαύνων, ἐρεθίζων, δακρυχέουσα, θέουσα, κτλ. Α. 168, Η. 5, Ρ. 658, κτλ.· οὐ μέν θην κάμετον.. ὀλλῦσαι Τρῶας Θ. 448· ἔκαμον δέ μοι ὄσσε πάντῃ παπταίνοντι Ὀδ. Μ. 232· ἀλλ’ ἐπὶ διαφόρου ἐννοίας, οὐκ ἔκαμον τανύων, δὲν ᾐσθάνθην κόπωσιν τανύων τὸ τόξον, εὐκόλως ἐτάνυσα αὐτό, Φ. 426, πρβλ. Ἰλ. Θ. 448· - παρ’ Ἀττ. συχνάκις μετ’ ἀρνήσεως, οὔτοι καμοῦμαι... λέγουσα, δὲν θὰ κουρασθῶ λέγουσα, Αἰσχύλ. Εὐμ. 881· μὴ κάμῃς λέγων Εὐρ. Ι. Α. 1143· οὐκ ἄν κάμοιμι τὰς κακὰς κτείνων ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 1590· οὔποτ’ ἄν κάμοιμ’ ὁρχουμένη Ἀριστοφ. Λυσ. 541, πρβλ. Πλάτ. Γοργ. 470C, Νόμ. 912Ε, κτλ.· - μετὰ δοτ., μὴ κάμνε λίαν δαπάναις, «μὴ ἀπόκαμνε εἰς τὰς δαπάνας» (Σχόλ.) Πινδ. Π. 1. 175. 2) καταβάλλομαι ἐν τῇ μάχῃ, ἡττῶμαι, ταῖσι (δηλ. μάχαις) Μήδειοι κάμον, ἐν αἷς ἡττήθησαν οἱ Μήδοι, αὐτόθι 1. 151, 156· εἰς τὸ κάμνον οἰκείου στρατοῦ, τὸ καταπονούμενον ὑπὸ τῶν πολεμίων μέρος τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, Εὐρ. Ἱκέτ. 709. 3) εἶμαι ἀσθενὴς ἢ ἄρρωστος, ὑποφέρω ἐξ ἀσθενείας, οἱ κάμνοντες (μετοχ. ἐνεστ.), οἱ ἀσθενεῖς, Ἡρόδ. 1. 197, πρβλ. Σοφ. Φιλ. 282, Ἀριστοφ. Νεφ. 708, Ἀνδοκ. 9. 20, Πλάτ. κλ.· καμοῦσα ἀπέθανε, νοσήσασα ἀπέθανε, Ἀνδοκ. 16. 3, πρβλ. Δημ. 307. 29· μετὰ συστοίχ. αἰτ., κάμνειν νόσον Εὐρ. Ἡρακλ. 990, Πλάτ. Πολ. 408Ε· κάμνουσι ποδάγραν, πάσχουσιν ἐκ ποδάγρας, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 24, 1· ἀλλ’ ὡσαύτως, κ. τοὺς ὀφθαλμοὺς Ἡρόδ. 2. 111· κάμνω τὸ σῶμα, εἶμαι ἀσθενὴς κατὰ τὸ σῶμα, ἔχω κακὴν κρᾶσιν, Πλάτ. Γοργ. 478Α· ― ὡσαύτως μετὰ δοτ. τρόπου, κ. πάθᾳ Πινδ. ΙΙ. 8. 68· νοσήματι Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 21, 1· ἐν χρήσει καὶ ὡς Παθ., κάμνειν ὑπὸ νόσου, πάσχειν ἐκ νόσου, Ἡρῳδιαν, 3. 14, 4· ἀπὸ τοῦ τραύματος Λουκ. Τόξ. 60. 4) καθόλου, ὑποφέρω πάσχω, θλίβομαι, στεναχωροῦμαι, στρατοῦ καμόντος Αἰσχύλ. Ἀγ. 670· τῷ πεπεοιημένῳ κ. μεγάλως Ἡρόδ. 1. 118, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 482, Εὐρ. Μήδ. 1138, Ἡρ. Μαινόμ. 293· οὐ καμεῖ τοὐμὸν μέρος, δὲν θὰ εὕρης κώλυμα παρ᾿ ἐμοῦ, δὲν θὰ ἔχῃς νὰ παραπονεθῇς ἐναντίον μου, Σοφ. Τρ. 1215· ὡσαύτως, κ. ἔν τινι Εὐρ. Ἑκ. 306, Ι. Α. 966· οὕτως ἐπὶ πλοίου, νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι Αἰσχύλ. Θηβ. 210· ― μετὰ συστοίχ. αἰτ., οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης Σοφ. Ἠλ. 532· καμάτους κ. Ἡρῳδιαν. 3. 6. 5) οἱ καμόντες (μετοχ. ἀορ.), οἱ τελέσαντες τὸ ἑαυτῶν ἔργον, Λατ. defuncti, δηλ. οἱ νεκροί, Ἰλ. Γ. 278· βροτῶν εἴδωλα καμόντων Ὀδ. Λ. 476· εἴδωλα καμ. Ω. 14, Ἰλ. Ψ. 72, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 231, κτλ.· οὕτω παρ᾿ Ἀττ., κεκμηκότες Σοφ. Ἀποσπ. 268, Εὐρ. Ἱκέτ. 576· παρὰ πεζολόγοις, οἱ κεκμηκότες Θουκ. 3. 59, Πλάτ. Νόμ. 718Α, 927Β, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 11, 6· ― ἀλλ᾿ ἐν Εὐρ. Τρ. 96 κεκμηκότες εἶναι αἱ σκιαί, τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, Λατ. dii manes. ― Ὁ πρκμ. εἶναι ἀείποτε ἀμετάβ.

French (Bailly abrégé)

f. καμοῦμαι, ao.2 ἔκαμον, pf. κέκμηκα;
I. intr.
1 travailler, prendre de la peine, faire effort, se fatiguer : πολλά IL grandement ; τινι, pour qqn ; avec un inf. : οὐ μέν θην κάμετον ὀλλῦσαι Τρῶας IL vous n’avez pas dû tous deux vous fatiguer beaucoup à tuer des Troyens ; avec un part. : οὐκ ἔκαμον τανύων OD je n’eus pas besoin de beaucoup d’efforts pour tendre (l’arc);
2 être fatigué : χεῖρα, ὦμον, γυῖα IL avoir la main, l’épaule, les membres fatigués ; avec un part., se lasser de faire qch : ἐπεί κε κάμω πολεμίζων IL après que je me serai fatigué à combattre ; en parl. d’un navire souffrir d’une traversée;
3 être souffrant, souffrir : νόσου SOPH être atteint d’une maladie ; κ. τοὺς ὀφθαλμούς HDT, τὸ σῶμα PLAT avoir les yeux, le corps malade ; abs. κεκμηκώς, souffrant, fatigué ; au mor. ἴσον λύπης SOPH souffrir d’une peine égale;
4 abs. mourir, périr : οἱ καμόντες IL, OD, οἱ κεκμηκότες ESCHL les morts (propr. ceux qui ont supporté les fatigues de la vie);
II. tr. (d’ord. à l’ao.2) travailler : μίτρην IL, ὅπλα IL fabriquer une mitre (ou caleçon garni de plaques de métal), des armes ; πέπλον IL confectionner un manteau;
Moy. κάμνομαι (ao.2 ἐκαμόμην);
1 travailler pour soi ; νῆσον OD labourer et cultiver une île pour son usage;
2 gagner ou obtenir par ses efforts ; τι, qch.
Étymologie: R. Καμ, se courber, se fatiguer, cf. κάμπτω.

English (Autenrieth)

fut. καμεῖται, aor. 2. ἔκαμον, κάμε, subj. κάμῃσι, perf. κέκμηκα, part. κεκμηώς, -ηῶτα, -ηότας, mid. aor. ἐκάμοντο, καμόμεσθα: I. intr., grow weary, frequently w. acc. of specification, γυῖα, ὦμον, χεῖρα, also w. thing as subj., πόδες, ὄσσε, Od. 12.232; w. part., Il. 4.244, Il. 7.5; euphem., καμόντες, the dead, those who have finished their toil, Od. 11.476.— II. trans. (aor. act.), wrought with toil, μίτρη, τὴν χαλκῆες κάμον ἄνδρες, Il. 4.187; also with τεύχων; aor. mid., ‘won by toil,’ Il. 18.341; ‘worked up for oneself,’ ‘tilled,’ Od. 9.130.

English (Slater)

κάμνω (κάμνε impv.: aor. κᾰμον; κᾰμοι; κᾰμών, -όντες, -όντων.)
   1 labour, be in distress καμόντες οἳ πολλὰ θυμῷ, ἱερὸν ἔσχον οἴκημα ποταμοῦ (O. 2.8) τᾶν πρὸ Κιθαιρῶνος μαχᾶν, ταῖσι Μήδειοι κάμον ἀγκυλότοξοι (P. 1.78) πολεμίων ἀνδρῶν καμόντων (P. 1.80) ὁ δὲ καμὼν προτέρᾳ πάθᾳ (P. 8.48) c. part., weary of, ὁ δ' ἐπαντέλλων χρόνος τοῦτο πράσσων μὴ κάμοι (O. 8.29) μή μοι μέγας ἕρπων κάμοι ἐξοπίσω χρόνος ἔμπεδος (Pae. 2.27) c. dat., distress oneself over μὴ κάμνε λίαν δαπάναις (P. 1.90)

English (Strong)

apparently a primary verb; properly, to toil, i.e. (by implication) to tire (figuratively, faint, sicken): faint, sick, be wearied.

English (Thayer)

2nd aorist ἔκαμον; perfect κέκμηκα;
1. to grow weary, be weary (so from Homer down): to be sick: Sophocles (Herodotus), Aristophanes, Euripides, Xenophon, Plato, Aristotle, Diodorus, Lucian, others).

Greek Monolingual

(AM κάμνω)
βλ. κάνω.

Greek Monotonic

κάμνω: (εκτετ. τύπος από την √ΚΑΜκᾰμοῦμαι· αόρ. βʹ ἔκᾰμον, απαρ. καμεῖν, Επικ. υποτ. με αναδιπλ. κεκάμω, γʹ ενικ. κεκάμῃσι, γʹ πληθ. κεκάμωσι· παρακ. κέκμηκα· γʹ πληθ. υπερσ. ἐκεκμήκεσαν· Επικ. μτχ. κεκμηώς, κεκμηῶτι, κεκμηῶτα, αιτ. πληθ. κεκμηότας — Μέσ., Επικ. αόρ. βʹ καμόμην·
I. μτβ., κοπιάζω, λέγεται για την δουλειά ενός σιδηρουργού, σκῆπτρον, τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε, το οποίο εκείνος κατασκεύασε, σε Ομήρ. Ιλ.· κ.νῆας, σε Ομήρ. Οδ.
II. 1. Μέσ., κερδίζω, αποκτώ με κόπο, τὰς (γυναῖκας) αὐτοὶ καμόμεσθα, σε Ομήρ. Ιλ.
2. εργάζομαι ή οργώνω, καλλιεργώ με μόχθο, κόπο, σε Ομήρ. Οδ.
III. 1. αμτβ., εργάζομαι, κοπιάζω, σε Θουκ.· έπειτα, κουράζομαι, ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος οἶνος ἀέξει, σε Ομήρ. Ιλ.· οὐδέ τι γυῖα κάμνει, ούτε αισθάνεται κόπωση στα μέλη του, στο ίδ.· περὶ δ' ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται, θα κουραζόταν το χέρι του από το πιάσιμο, από το σφίξιμο του δόρατος, στο ίδ.· με μτχ., κάμει πολεμίζων, ἐλαύνων, είναι κουρασμένος από την μάχη, από την κωπηλασία, στο ίδ.· οὐκ ἔκαμον τανύων, δεν συνάντησα, αντιμετώπισα καμία δυσκολία στο χόρδισμα του τόξου, δηλ. το έκανα χωρίς πρόβλημα, σε Ομήρ. Οδ.· οὔτοι καμοῦμαι λέγουσα, ποτέ δεν θα κουρασθώ να λέω, σε Αισχύλ. κ.λπ.
2. είμαι ασθενής ή άρρωστος, υποφέρω από ασθένεια, οἱ κάμνοντες, οι άρρωστοι, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ομοίως και, κάμνειν νόσον, σε Ευρ.· κ. τοὺς ὀφθαλμούς, σε Ηρόδ.
3. γενικά, υποφέρω, πάσχω ή θλίβομαι, στενοχωριέμαι, βασανίζομαι, στρατοῦ καμόντος, σε Αισχύλ.· οὐ καμεῖ, δεν θα έχεις να παραπονεθείς εναντίον μου, σε Σοφ.· οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης, μην έχοντας ίσο μερίδιο λύπης μαζί μου, στον ίδ.
4. οἱ καμόντες (μτχ. αορ.), αυτοί που ολοκλήρωσαν την δική τους δουλειά, Λατ. defuncti, δηλ. οι νεκροί, σε Όμηρ.· ομοίως και κεκμηκότες, σε Ευρ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

κάμνω: (fut. κᾰμοῦμαι, aor. 2 [[ἔκαμον |ἔκᾰμον]] - эп. κάμον, pf. κέκμηκα - дор. κέκμᾱκα; эп. aor. 2 conjct. κεκάμω; aor. 2 med. ἐκαμόμην - эп. καμόμην; part. pf. κεκμηώς с acc. pl. κεκμηότας)
1) трудиться до усталости, работать до изнеможения, уставать (ἔκαμόν μοι ὄσσε Hom.; κ. ταῖς ψυχαῖς NT): τινὶ πολλὰ κ. Hom. усердно работать на кого-л.; κεκμηότες ἄνδρες Hom. изнуренные люди; περὶ δ᾽ ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται Hom. вокруг копья (каждый) устанет рукой, т. е. рука устанет работать копьем; ὁ δ᾽ ἀριστερὸν ὦμον ἔκαμνεν Hom. левая рука у него устала (держать щит) (досл. он изнемог левым плечом); κάμε δακρυχέουσα Hom. (Ниоба) изнемогла от плача; οὐδὲ τόξον δὴν ἔκαμον τανύων Hom. я натянул лук без труда; ἐγὼ χαλεπῶς κάμνω τὴν ἀσπίδα φέρων Xen. мне очень тяжело нести щит; μὴ κάμῃς φίλον ἄνδρα εὐεργετῶν Plat. не уставай делать добро другу; οὔτοι καμοῦμαί σοι λέγουσα τἀγαθά Aesch. я не устану (т. е. не перестану) давать тебе благие советы; νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι Aesch. когда корабль изнемогает в борьбе с морскими волнами;
2) слабеть, ослабевать, гнуться (θυμῷ Pind.): τὸ κάμνον στράτου Eur. дрогнувшая часть войска;
3) страдать, болеть, мучиться (σῶσαι τὸν κάμνοντα NT): οἱ εὐγενεῖς κάμνουσι τοῖς αἰσχροῖσι τῶν τέκνων ὕπερ Eur. благородные люди страдают от постыдных поступков (своих) детей; κ. νόσου Soph., νοσήματι Plat. и νόσον Eur. быть пораженным болезнью, болеть; κ. τοὺς ὀφθαλμούς Her. страдать болезнью глаз; κ. ἴσον λύπης Soph. испытывать те же страдания; κεκμηκὼς ἢ τετρωμένος Plat. больной или раненый; οἱ καμόντες Hom. или οἱ κεκμηκότες Aesch., Thuc., Arst. отстрадавшие, т. е. умершие; οἱ καμόντες Xen. измученные, изнуренные;
4) (только aor. 2; тж. med.) изготовить, сделать, сработать (πάνθ᾽ ὅπλα, σκῆπτρον, πέπλους παμποικίλους Hom.): νῆσον καμεῖσθαι ἐϋκτιμένην Hom. сделать остров богатым;
5) med. добывать себе, завладевать (τινα βίῃφι Hom.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κάμνω [~ κομέω, κομίζω] aor. ἔκαμον, ep. κάμον, med. καμόμην; perf. (steeds intrans. ) κέκμηκα, ep. ptc. κεκμηώς, gen. κεκμηῶτος en κεκμηότος, plqperf. ἐκεκμήκειν; fut. med. καμοῦμαι met acc. (met inspanning) maken, vervaardigen:; μίτρη, τὴν χαλκῆες κάμον ἄνδρες een gordel die smeden hadden vervaardigd Il. 4.187; ἵππον... ὃν κάμε Ἐπειός het (houten) paard, dat Epeius had gebouwd Od. 11.523; οἵ κέ σφιν καὶ νῆσον ἐϋκτιμένην ἐκάμοντο die voor hen het eiland welvarend hadden kunnen maken Od. 9.130; aor. med. verwerven:. τὰς αὐτοὶ καμόμεσθα βίηφί τε δουρί τε μακρῷ (de vrouwen) die wij met het geweld van onze lange lans hebben verworven Il. 18.341. zonder acc. zwoegen, zich inspannen:. κ. ὑπὲρ τῆς πόλεως voor het vaderland zwoegen Thuc. 2.41.5. moe worden: met acc. van betr.:; ὁ δ ’ ἀριστερὸν ὦμον ἔκαμνεν zijn linker schouder werd moe Il. 16.106; met ptc.:; ἐπεί κε κάμω πολεμίζων wanneer ik moe geworden ben van het vechten Il. 1.168; ἔκαμον δέ μοι ὄσσε πάντῃ παπταίνοντι mijn ogen werden moe van het rondkijken Od. 12.232; πολλὰ μὴ κάμῃς λέγων doe geen moeite lang te spreken Eur. IA 1143; met dat.:; μὴ κάμνε λίαν δαπάναις wees niet te snel moe met uitgaven Pind. P. 1.90; perf. vermoeid zijn; subst. ptc. aor. οἱ καμόντες en subst. ptc. perf. οἱ κεκμηκότες de doden. het zwaar te verduren hebben, in moeilijkheden zitten:; στρατοῦ καμόντος nu het leger het zwaar te verduren had Aeschl. Ag. 670; τῷ... πεποιημένῳ... ἔκαμον μεγάλως ik was zeer aangedaan door het gebeurde Hdt. 1.118.2; κοὐ καμῇ τοὐμὸν μέρος u zult geen problemen hebben voorzover het van mij afhangt Soph. Tr. 1215; met acc. v. h. inw. obj.: οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης niet gelijke pijn voelend als ik Soph. El. 532. ziek zijn:; τί πάσχεις; τί κάμνεις; wat mankeert je? waar lijd je aan? Aristoph. Nub. 708; καμοῦσα ἀπέθανε zij werd ziek en stierf And. 1.120; met acc. v. h. inw. obj.:; κ. τοὺς ὀφθαλμούς een oogziekte hebben Hdt. 2.111.2; subst. ptc. praes. ὁ κάμνων de patiënt.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: toil, labour, build; get tired, die (euphem.; almost only ep. οἱ καμόντες, Att. οἱ κεκμηκότες); be in danger, be in need (Il.).
Other forms: Aor. καμεῖν, fut. καμοῦμαι (Schwyzer 784), perf. κέκμηκα, Dor. (Theoc.) κέκμακα, ep. ptc. κεκμηώς.
Compounds: also with prefix, e. g. ἀπο-, ἐκ-, συγ-. - As 2. member in compunds: ἀ-κάματος without fatigue (Il.). ἀ-κάμα-ς, -α-ντ-ος indefatigable (Il.; on the formation Schwyzer 526); more usual -κμη-τ- (-κμα-τ-), -κμη-το- (-κμα-το-), e. g. ἀ-κμή-ς, -ῆτ-ος id., ἄ-κμη-τος id., πολύ-κμητος with much labour prepared.
Derivatives: Verbal noun κάματος m. labour, much demending labour, fatigue, pain (Il.; on the meaning Radermacher RhM 87, 285f. [doubtful]). καματώδης tiring (Hes., Pi.), καματηρός tiring, tired (Ion., h. Ven. 246; after ἀνιηρός etc.; Chantraine Formation 232, Zumbach Neuerungen 15); καματηδόν with fatigue (Man.); also the verbal forms καματῶν κοπιῶν, ἐκαμάτευσε μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο H. (: καματάω, -τεύω).
Origin: IE [Indo-European] [557] *ḱemh₂- exert oneself, get tired
Etymology: Beside the thematic nasal present κάμνω Sanskrit has an athematic nā-present (type δάμ-να-μι): midd. śam-nī-te exert onself, labour (Schwyzer 693). The disyll. root form is seen in the impv. śamī-ṣva and the agent noun in śami-tár- who prepares, which agree with Gr. κάμα-τος. Also the thematic aorist ἔ-καμ-ον, ἔ-καμ-ε has a parallel in Skt. a-śam-a-t, both with zero grade, *ḱm̥h₂-e\/o- (Schwyzer 747, Chantraine Gramm. hom. 1, 391); the full grade can be seen in athematic Skt. aor. á-śami-ṣ-ṭa (RV), *e-ḱemh₂-t. The zero grade in Greek is κμη-, PGr. κμα- < *ḱm̥h₂- (κέ-κμη-κα, ἄ-κμη-τος.), which in Sanskrit gave śān-tá- (ptc.); s. Rix, Hist. Gramm 1976, 73. κάματος derives from *ḱm̥h₂-etos. - Certain traces of the root in other languages have not been found; perhaps in some Celtic nouns, like MIr. cuma trouble, cumal slave (fem.). Pok. 557. - Cf. κομέω, κομίζω (< *ḱomh₂-).

Middle Liddell

[lengthd. from the Root !καμ]
I. trans. to work of smith's work, σκῆπτρον, τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε which he wrought, Il.; κ. νῆας Od.
II. Mid. to win by toil, τὰς (sc. γυναῖκας) αὐτοὶ καμόμεσθα Il.
2. to work or till by labour, Od.
III. intr. to work, labour, Thuc.:—then, to be weary, ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος οἶνος ἀέξει Il.; οὐδέ τι γυῖα κάμνει nor is he weary in limb, Il.; περὶ δ' ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται he will have his hand weary in grasping the spear, Il.:—c. part., κάμνει πολεμίζων, ἐλαύνων is weary of fighting, rowing, Il.; οὐκ ἔκαμον τανύων I found no trouble in stringing the bow, i. e. did it without trouble, Od.; οὔτοι καμοῦμαι λέγουσα I shall never be tired of saying, Aesch., etc.
2. to be sick or ill, suffer under illness, οἱ κάμνοντες the sick, Hdt., etc.; so, κάμνειν νόσον Eur.; κ. τοὺς ὀφθαλμούς Hdt.
3. generally, to suffer, be distressed or afflicted, στρατοῦ καμόντος Aesch.; οὐ καμεῖ will not have to complain, Soph.; οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης not having borne an equal share of grief with me, Soph.
4. οἱ καμόντες (aor. part.) those who have done their work, Lat. defuncti, i. e. the dead, Hom.; so, κεκμηκότες Eur., Thuc.

Frisk Etymology German

κάμνω: {kámnō}
Forms: Aor. καμεῖν, Fut. καμοῦμαι (Schwyzer 784), Perf. κέκμηκα, dor. (Theok.) κέκμακα, ep. Ptz. κεκμηώς,
Grammar: v.
Meaning: ‘sich mühen, mit Mühe arbeiten od. verfertigen, bauen; müde werden, ermatten, sterben’ (euphem.; fast nur ep. οἱ καμόντες, att. οἱ κεκμηκότες); in Gefahr sein, Not haben (seit Il.).
Composita : auch mit Präfix, z. B. ἀπο-, ἐκ-, συγ-, — Als Hinterglied in Zusammenbildungen: ἀκάμας, -αντος unermüdlich (poet. seit Il., späte Prosa; zur Bildung Schwyzer 526); gewöhnlicher -κμητ- (-κματ-), -κμητο- (-κματο-), z. B. ἀκμής, -ῆτος unermüdlich, ἄκμητος ib., πολύκμητος mit vieler Mühe bereitet (alle vorw. ep. poet.).
Derivative: Verbalnomen κάματος m. Mühe, anstrengende Arbeit, Ermüdung, Leiden (ep. ion. poet. seit Il., späte Prosa; zur Bedeutung Radermacher RhM 87, 285f. [anfechtbar]). Kompp., z. B. ἀκάματος ohne Mühe (ep. ion. poct. seit Il.). Ableitungen: καματώδης mühsam (Hes., Pi. u. a.), καματηρός mühsam, ermüdet (ion. poet. seit h. Ven. 246; nach ἀνιηρός u. a.; Chantraine Formation 232, Zumbach Neuerungen 15); καματηδόν mit Mühe (Man.); außerdem die Verbformen καματῶν· κοπιῶν, ἐκαμάτευσε· μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο H. (: καματάω, -τεύω).
Etymology : Dem thematischen Nasalpräsens κάμνω steht im Altindischen ein athematisches -Präsens (Typ δάμναμι) gegenüber: Med. śam--te sich mühen, arbeiten (Schwyzer 693). Die zweisilbige Wurzelform, die schon daraus vermutet werden kann, wird u. a. durch den Ipv. śamī̆-ṣva und das Nom. ag. śami-tár- Zurichter, wozu gr. κάματος stimmt, bestätigt. Auch der thematische Aorist ἔκαμον, ἔκαμε hat ein Gegenstück in aind. a-śam-a-t, beide mit einsilbiger Reduktionsstufe (Schwyzer 747, Chantraine Gramm. hom. 1, 391); die zweisilbige Form ist in den athematischen aind. á-śami--ṭa (RV), a-śamī-t (Gramm.) noch zu spüren. Dagegen gilt im Griechischen als Schwundstufe κμη-, urgr. κμα- (κέκμηκα, ἄκμητος usw.) gegenüber aind. śān-- (Ptz.); vgl. dazu Schwyzer 343 Zus. 3, 361; s. auch zu θάνατος m. Lit. — Sichere Spuren dieser im Indischen und Griechischen reich vertretenen Wortsippe sind in anderen Sprachen nicht vorhanden; in Betracht kommen indessen einige keltische Nomina, z. B. mir. cuma Kummer, cumal Sklavin. WP. 1, 387f., Pok. 557. — Vgl. κομέω, κομίζω.
Page 1,773-774

Chinese

原文音譯:k£mnw 砍挪
詞類次數:動詞(3)
原文字根:疲乏 相當於: (קוּט‎)
字義溯源:辛勞^,生病,疲倦,病人
出現次數:總共(2);來(1);雅(1)
譯字彙編
1) 病人(1) 雅5:15;
2) 你們疲倦(1) 來12:3