εὐδιάχυτος

From LSJ
Revision as of 20:30, 10 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><p>" to "<span class="sense">")
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εὐδιάχῠτος Medium diacritics: εὐδιάχυτος Low diacritics: ευδιάχυτος Capitals: ΕΥΔΙΑΧΥΤΟΣ
Transliteration A: eudiáchytos Transliteration B: eudiachytos Transliteration C: evdiachytos Beta Code: eu)dia/xutos

English (LSJ)

ον,    A easily dissolved, φάρμακα ὑπὸ τῶν κοιλιῶν Arist. Pr.864a29; γῆ Thphr.CP3.2.6.    2 easily diffused, ἀήρ Placit.4.13.11.    3 flexible, Sch.Pi.P.1.17.    II easily relieved, τὴν ὄρεξιν εὐ. ἔχειν Epicur.Sent.26.

German (Pape)

[Seite 1062] leicht in Fluß zu bringen, aus einander zu gießen, ὕδωρ εὐδ. κα ἀπαγὲς καὶ ἀσύστατον Plut. de prim. frig. 11; von der Luft, id.; – leicht zu verdauen, Arist. probl. 1, 42; von der Erde, locker.

Greek (Liddell-Scott)

εὐδιάχῠτος: -ον, εὐκόλως διαλυόμενος φάρμακα Ἀριστ. Πρβλ. 1. 42· γῆ Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 3. 2, 6· ἀὴρ Πλούτ. 2. 901Β· τὴν ὄρεξιν εὐδ. ἔχειν Διογ. Λ. 10. 149.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
facile à liquéfier, à dissoudre.
Étymologie: εὖ, διαχέω.

Greek Monolingual

εὐδιάχυτος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που διαχέεται εύκολα
αρχ.
1. αυτός που καταπραΰνεται, που ανακουφίζεται εύκολα («εὐδιάχυτον τὴν ὄρεξιν ἔχουσιν», Επίκ.)
2. ο εύκαμπτος, ο ευλύγιστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + διάχυτος (< διαχέω)].

Russian (Dvoretsky)

εὐδιάχῠτος:
1) весьма текучий (ὕδωρ Plut.);
2) легко разжижаемый, без труда растворяющийся (φάρμακα ὑπὸ τῶν χοιλιῶν и ταῖς κοιλιαῖς Arst.);
3) легко рассеивающийся (ἀήρ Plut.).