Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διεμπολάω

From LSJ
Revision as of 19:02, 1 October 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")

Νέµουσι δ' οἴκους καὶ τὰ ναυστολούµενα ἔσω δόµων σῴζουσιν, οὐδ' ἐρηµίᾳ γυναικὸς οἶκος εὐπινὴς οὐδ' ὄλβιος → They manage households, and save what is brought by sea within the home, and no house deprived of a woman can be tidy and prosperous

Euripides, Melanippe Captiva, Fragment 6.11
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διεμπολάω Medium diacritics: διεμπολάω Low diacritics: διεμπολάω Capitals: ΔΙΕΜΠΟΛΑΩ
Transliteration A: diempoláō Transliteration B: diempolaō Transliteration C: diempolao Beta Code: diempola/w

English (LSJ)

A sell to different buyers or sell in lots, E.Ba.512; ἐμπορικὰ χρήματα δ. Ar.Ach.973. 2 metaph., τί με… διεμπολᾷ λόγοισι πρός σε; what bargain is he driving? S.Ph.579; of a mercenary marriage, ὠθούμεθ' ἔξω καὶ διεμπολώμεθα Id.Fr.583.7.

Spanish (DGE)

trocar, negociar con οἷ' ἔχει ... ἐμπορικὰ χρήματα δ. qué mercancías tiene para hacer trueques Ar.Ach.974, τί με ... διεμπολᾷ ... πρός σε; S.Ph.579
vender τάσδε ... κακῶν συνεργοὺς ... διεμπολήσομεν E.Ba.512, en v. pas., ref. a matrimonios concertados ὠθούμεθ' ἔξω καὶ διεμπολώμεθα θεῶν πατρῴων ... ἄπο somos empujadas fuera y vendidas lejos de los dioses patrios S.Fr.583.7.

German (Pape)

[Seite 619] verkaufen; Eur. Bacch. 512; Soph. frg. 517; λόγοις, verrathen, Phil. 579; kaufen, Ar. Ach. 973, Schol. ἀγοράζειν.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
trafiquer de ; fig. marchander.
Étymologie: διά, ἐμπολάω.

Greek (Liddell-Scott)

διεμπολάω: πωλῶ εἰς διαφόρους ἢ πωλῶ κατὰ κλήρους, Λατ. divendere, Εὐρ. Βάκχ. 512· ἐμπορικὰ χρήματα δ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 973. 2) μεταφ., τί με... διεμπολᾷ λόγοισι πρὸς σέ; τί με πωλεῖ; τί με «παζαρεύει;» ἢ τί με ἀπατᾶ; Σοφ. Φ. 579· ἐπὶ γάμου ἡρμοσμένου ἐπὶ χρήμασιν, ὠθούμεθ’ ἔξω καὶ διεμπολώμεθα ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 517. 7.

Greek Monotonic

διεμπολάω: μέλ. -ήσω, πουλώ σε διαφορετικούς αγοραστές ή πουλώ με κλήρους, Λατ. divendere, σε Ευρ., Αριστοφ.· μεταφ., προδίδω, «πουλώ», «παζαρεύω», τινά, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

διεμπολάω:
1) распродавать (τὰς κακῶν ξυνεργούς Eur.);
2) покупать (ἐμπορικὰ χρήματα Arph.);
3) предавать (λόγοισι πρός τινα Soph.).

Middle Liddell

fut. ήσω
to sell to different buyers, or sell in lots, Lat. divendere, Eur., Ar.:—metaph. to sell, betray, τινά Soph.