τέρμιος
αἵ τε γὰρ συμφοραὶ ποιοῦσι μακρολόγους → For, in addition, our misfortunes make us long-winded (Appian, Libyca 389.3)
English (LSJ)
α, ον, (τέρμα) at the end, last, always of time, τ. ἁμέρα the day of death, S.Ant.1330 (lyr.); χώρα τ. the spot where one is destined to end life, Id.OC89.
German (Pape)
[Seite 1094] am Ende befindlich, der äußerste, letzte, von der Zeit; dah. τερμία χώρα, die letzte Gegend, die Einer kurz vor seinem Lebensende betritt, um dort zu sterben, Soph. O. R. 89; τ. ἡμέρα, der Todestag, Ant. 1331.
French (Bailly abrégé)
α, ον :
qui est à l'extrémité, final : ἡμέρα SOPH le dernier jour, le jour de la mort ; χώρα SOPH le pays qu'on choisit pour y mourir.
Étymologie: τέρμων.
Russian (Dvoretsky)
τέρμιος: последний (ἡμέρα Soph.): χώρα τερμία Soph. место (предстоящей) смерти.
Greek (Liddell-Scott)
τέρμιος: -α, -ον, (τέρμα), ὕστατος, ἔσχατος, ἀεὶ ἐπὶ χρόνου, τ. ἡμέρα, ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου, Σοφ. Ἀντ. 1331· ἐλθόντι χώραν τερμίαν, «εἱμαρμένην, ἐφ’ ἧς ἔμελλε τὸ τέλος τοῦ βίου ἀνύσειν» (Σχόλ.), ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 89.
Greek Monolingual
-ία, -ον, Α τέρμα
(ποιητ. τ.)
1. ύστατος, έσχατος («τερμία ἁμέρα» — η ημέρα του θανάτου, Σοφ.)
2. φρ. «χώρα τερμία» — η χώρα στην οποία είναι προορισμένο από τη Μοίρα να πεθάνει κανείς (Σοφ.).
Greek Monotonic
τέρμιος: -α, -ον (τέρμα), αυτός που βρίσκεται στο τέλος, ύστατος, έσχατος, λέγεται πάντα για το χρόνο, τερμία ἡμέρα, η ημέρα του θανάτου, σε Σοφ.· τερμία χώρα, το σημείο όπου έμελλε σε κάποιον να τερματίσει την ζωή, στον ίδ.
Middle Liddell
τέρμιος, η, ον τέρμα
at the end, last, always of time, τ. ἡμέραι the day of death, Soph.; τερμία χώρα the spot where one is destined to end life, Soph.