πρῖνος

From LSJ
Revision as of 11:14, 5 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (6_9)

Ξενία χαλεπὴ κατὰ πολλοὺς τρόπους → Gravis res multimodis peregrinatio → Die Fremde (Gastfreundschaft) ist in vieler Hinsicht eine Last

Menander, Monostichoi, 395
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πρῖνος Medium diacritics: πρῖνος Low diacritics: πρίνος Capitals: ΠΡΙΝΟΣ
Transliteration A: prînos Transliteration B: prinos Transliteration C: prinos Beta Code: pri=nos

English (LSJ)

ἡ, Arat.1047. Dsc.1.106.2 (also ὁ, Amphis 38; both ὁ and ἡ in Thphr., cf. HP3.16.1,3.6.4):—

   A holm-oak, Quercus Ilex, Hes.Op. 436, Ar.Ra.859, Theoc.5.95, Call.Iamb.1.261.    2 kermes-oak, Quercus coccifera, Eup.14, Amphis l.c.; ἡ π. τὸν φοινικοῦν κόκκον [φέρει] Thphr.HP3.7.3, cf. Sign.45; πρίνοιο . . ἄκανθαι Arat.1122. (Heterocl. gen. πρινός is f.l. in Simon.54.)

German (Pape)

[Seite 702] ἡ, die immergrüne Eiche, Steineiche, ilex; Hes. O. 438; Ar. Ran. 858; Theocr. 5, 95; – auch die Stecheiche, ilex aquifolium; Theophr.; πρίνοιο ἀκάνθαις, Arat. Dios. 390; – u. die Scharlacheiche, welche die Scharlachbeeren, κόκκος trägt, Theophr.; dah. πρίνου ἄνθος, die Scharlachfarbe, Plut. Thes. 17, aus Simonid. (wo vulg. πρινός als gen.)

Greek (Liddell-Scott)

πρῖνος: ἡ, ὡσαύτως ὁ, Ἀριστοφ. Βάτρ. 859, Ἄμφις ἐν Ἀδήλ. 6· ἀμφότερα ὁ καὶ ἡ, παρὰ Θεοφρ.· ― ἡ ἀειθαλὴς δρῦς, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 434, Ἀριστοφ., ἔνθ’ ἀνωτ., Θεόκρ. 5. 95, πρβλ. Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 16. 2) μικρόν τι εἶδος πρίνου μετὰ ἀκανθωδῶν φύλλων οὗ ὁ καρπὸς καλεῖται ἄκυλος, Ἄμφις ἐν Ἀδήλ. 6· ἐκ τῶν κόκκων τοῦ πρίνου ἐγίνετο βαφὴ ἐρυθρά, quercus coccifera, ἢ τὸν φοινικοῦν κόκκον φέρει Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 7, 3· ἔτι καὶ νῦν καλεῖται πρινάρι ἐν Ἑλλάδι, ὅρα Sibthorp ἐν Walpole 2. σ. 237. ― Ἐν Σιμωνίδ. 23, ἔχομεν πρινὸς ἄνθος, ὅπερ ἐὰν εἶναι ὀρθόν, θὰ εἶναι ἑτερόκλ. γεν. ὡς εἰ ἐξ ὀνομαστ. πρίν. [ῑ ἀείποτε· ἐντεῦθεν ἐν Ἡσ. ἔνθ’ ἀνωτέρω ὁ Schäfer διώρθωσε δρυὸς ἔλυμα, γύης πρίνου, ἀντὶ πρίνου τε γύης· ἐν Ἀνθ. Π. 9. 312 ἢ πρῖνον ἢ τάν..., ἡ γραφὴ εἶναι ἐφθαρμένη].