Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Φήμιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek (Liddell-Scott)

Φήμιος: ὁ, ὄνομα ἀοιδοῦ ἐν τῇ Ὀδ. (Α. 154, κλπ.)· πρβλ. φήμη Ι. 4.

English (Autenrieth)

Phemius, son of Terpis, a bard in Ithaca, Od. 1.154, , ρ 2, Od. 22.331.

Greek Monolingual

ὁ, Α φῆμις
1. περιώνυμος αοιδός της Οδύσσειας, που αναφέρεται ως αυτοδίδακτος, είχε συνοδεύσει την Πηνελόπη από τη Σπάρτη στην Ιθάκη, όταν πήρε σύζυγό της τον Οδυσσέα, και ήταν εκείνος που φρόντιζε τη βασίλισσα όσον καιρό έλειπε ο Οδυσσέας στην Τροία
2. θετός πατέρας του Ομήρου, που φρόντισε για τη μόρφωση και την ανατροφή του:
3. προσωνυμία του Διός.

Russian (Dvoretsky)

Φήμιος: ὁ Фемий (итакский певец) Hom., Plat.